Οι νέες σχέσεις εργασίας στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο

Από την εποχή που εισέβαλλε εντός του Πανεπιστημίου η αιώνια αντίθεση του Κεφαλαίου με την Εργασία, οδηγώντας το στην «επιχειρηματοποίηση» του, αλλοτριώθηκαν και οι σχέσεις των κοινωνικών ομάδων εντός του.

Μία πρώτη γεύση εργασιακού μεσαίωνα παίρνει κανείς από τις συνθήκες εργασίας μιας μεγάλης μάζας αφανών πανεπιστημιακών. Πρόκειται για μη μόνιμο προσωπικό, με ελαστικές σχέσεις εργασίας, μερικής ή μη μερικής απασχόλησης και εργασιακής περιπλάνησης από ίδρυμα σε ίδρυμα. Για το ακαδημαϊκό έτος 2009, το 25% του διδακτικού προσωπικού των Πανεπιστημίων στην Αθήνα και περισσότερο από το 50% της περιφέρειας (πάνω από 2.500 συνολικά) καλύπτεται από κακοπληρωμένους και αργοπληρωμένους συμβασιούχους του γνωστού Π.Δ. 407/80, δημιουργώντας μία διακριτή κατηγορία πανεπιστημιακών δασκάλων χωρίς εργασιακά δικαιώματα. Ο πιο τυχερός παίρνει μια ολόκληρη θέση 407 για ένα χρόνο. Τα πράγματα δυσκολεύουν από την σύγχρονη πρακτική του επιμερισμού μιας πίστωσης σε περισσότερο του ενός διδάσκοντος.  Το αντίτιμο ένα χαρτζιλίκι των 120€ (κι αυτό στα μέσα του επόμενου εξαμήνου) και μερικές ελπίδες για μια μελλοντική υποστήριξη σε μια πιθανή προκήρυξη μιας θέσης ΔΕΠ.

Από την άλλη μεριά, οι υψηλές επιδόσεις πολλών μόνιμων πανεπιστημιακών καθηγητών στον τομέα του «επιχειρείν», δημιουργεί μία νέα ζώνη εργοδοσίας από τη μία και μία προλεταριοποίηση επιστημονικού προσωπικού από την άλλη. Όντας επιστημονικώς υπεύθυνοι σε ερευνητικά προγράμματα αναπτύσσουν επιχειρηματική δραστηριότητα συνεργαζόμενοι με επιχειρήσεις και σε καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας, χωρίς τον έλεγχο των συλλογικών οργάνων του πανεπιστημίου. Έτσι το κάθε εργαστήριο έχει για μάνατζερ έναν ή περισσότερους πανεπιστημιακούς καθηγητές και δουλοπάροικους ερευνητές, όπου το καθεστώς  απασχόλησης σε όλες του τις εκφάνσεις της (μισθός, ωράριο, διάρκεια) είναι επισφαλές. Ο νόμος που ψηφίστηκε το 2008 για την διαχείριση των πόρων προς την έρευνα διασπάει το ενωτικό κομμάτι της, με αποτέλεσμα να εμποδίζει κι άλλο τη δημιουργία συλλογικής συνείδησης εντός της ερευνητικής κοινότητας. Το κοινωνικό όφελος, που θα έπρεπε να απορρέει από την έρευνα, έχει θυσιαστεί στο βωμό της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης της μισθωτής διανόησης. Το χειρότερο από όλα είναι ότι υπάρχουν υποψήφιοι διδάκτορες που συμμετέχουν στα κάθε λογής ερευνητικά προγράμματα (πολλές φορές απέχουν από το γνωστικό τους αντικείμενο κι από τον στόχο της διδακτορικής τους διατριβής) κι αμείβονται ως ανταπόδοση της προσφερόμενης εργασίας τους με υποτροφίες. Όμως, η πιο συνηθισμένη εικόνα διαχρονικά, είναι η άτυπη μαύρη εργασία των υποψηφίων διδακτόρων που συμμετέχουν ενεργά σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες (φροντιστηριακά μαθήματα, επιτηρήσεις, διορθώσεις γραπτών, εργαστηριακά μαθήματα και οργάνωση αυτών, επικουρία μελών ΔΕΠ).

Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων εντός του πανεπιστημίου συνεχίζεται και στο διοικητικό προσωπικό. Εδώ η κατάσταση φαντάζει εργασιακό μεσαίωνα προσομοιώνοντας το με φάμπρικα. Η ομαλή διεξαγωγή της ερευνητικής αποστολής των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων προϋποθέτει και την ανάλογη διοικητική υποστήριξη. Η μεθοδευμένη υποστελέχωση των υπηρεσιών του οδηγεί το πανεπιστήμιο σε συνθήκες λειτουργικής ασφυξίας. Έτσι, η αδυναμία του πανεπιστημίου να καλύψει τις ανάγκες του με μόνιμο προσωπικό, το αναγκάζει στην εύκολη λύση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου (και μέχρι πρότινος στα Stage) που καλύπτονται από ευρωπαϊκά κονδύλια. Σε πολλά τμήματα πανεπιστημίων της περιφέρειας το επισφαλές διοικητικό προσωπικό αγγίζει το 80%. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2004 μόνιμο διοικητικό προσωπικό δεν έχει προσληφθεί. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση έργου υποχρεώνονται να τηρούν ωράριο (τις περισσότερες φορές ξεπερνάει και το 8ωρο) και καλύπτουν οργανικές θέσεις με πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Παράλληλα, αντιμετωπίζονται από το κράτος ως ελεύθεροι επαγγελματίες διατηρώντας Βιβλία, αποδίδοντας Φ.Π.Α. κι ασφαλίζοντας στο ΤΕΒΕ. Η εργασία που παρέχουν δε διαφέρει από αυτή του μόνιμου προσωπικού. Παρόλ’ αυτά στερούνται όλων των δικαιωμάτων που απορρέει από αυτή. Σε πολλά τμήματα κυριαρχεί η τάση της υποταγής απέναντι στην τάση αντίστασης ή χειραφέτησης αφού αδυνατούν να ασκούν συνδικαλιστική δραστηριότητα.

Η πιο σκληρή πρακτική εργασιακής βαρβαρότητας εντός του δημοσίου πανεπιστημίου συναντιέται στους εργαζόμενους στις εργολαβίες στο τομέα της καθαριότητας, της φύλαξης και της σίτισης, που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η δολοφονική επίθεση ενάντια στην συνδικαλίστρια Κ. Κούνεβα έκανε γνωστό σε όλη την κοινωνία στο τι πραγματικά επικρατεί για τους εργαζόμενους των εργολάβων. Εδώ γεννιούνται και ερωτηματικά για τη διαφάνεια ανάθεσης εργολαβιών κι αυτό γιατί το κόστος τους είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το κόστος μόνιμων εργαζομένων.

Συμπερασματικά, η ολοκληρωτική παράδοσή του πανεπιστημίου στην κερδοφορία του κεφαλαίου, από τις κατευθυνόμενες πολιτικές της ΕΕ και των ελληνικών κομμάτων του ευρωμονόδρομου, έχει ολοκληρωτικά απορρυθμίσει και διαβρώσει τις εργασιακές σχέσεις εντός του. Ως θεσμός άλλοτε υπηρετεί τις επιχειρήσεις σαν υπεργολάβος, άλλοτε υπηρετείται απ’ αυτές, άλλοτε είναι συνεταίρος, άλλοτε αυτόνομος επιχειρηματίας και άλλοτε καθοδηγητής επιχειρήσεων. Η αντίθεση δεν μπορεί να εκφραστεί απ’ όλους γιατί ένα μέρος έχει συγχωνευτεί όχι μόνο ιδεολογικά αλλά και ταξικά με το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, αποτελώντας την ιδιότυπη εργοδοσία του. Την αντίθεση έχει συμφέρον χρέος και δύναμη να εκφράσει ο σημερινός και αυριανός κόσμος της μισθωτής εργασίας που εργάζεται ή εκπαιδεύεται στα Παν/μια. Είναι οι καλύτεροι αυτόπτες μάρτυρες και συμμέτοχοι της εκρηκτικής ανάπτυξης της επιστήμης και γενικότερα των απελευθερωτικών δυνάμεων της εργασίας αλλά και της ταυτόχρονης στρέβλωσης τους για χάρη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή και την εργασία είναι θεμιτή από τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας, αρκεί να την διεκδικεί κάτω από τους δικούς της όρους. Η ενεργός συμμετοχή χιλιάδων πνευματικών προλετάριων σ’ αυτή, κάνουν πιο φανερή και ρεαλιστική τη δυνατότητα διαχείρισης προς όφελός τους. Απ’ αυτή την άποψη είναι δυνατό μέσα στον ίδιο το ναό του επιχειρηματικού ολοκληρωτισμού της γνώσης, μπορούν να ανάψουν οι σπίθες ενός νέου μορφωτικού εργατικού διαφωτισμού του εικοστού πρώτου αιώνα.

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 28/01/2010)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s