Επίκαιρες οι Συνέπειες του Κέυνς

Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης (εκδ. Παπαζήση, σελ. 208) ο Τζον Μέιναρντ Κέυνς περιγράφοντας τι πρέπει να γίνει ώστε η ειρήνη να είναι διαρκής δεν αναφέρεται μόνο στις γερμανικές αποζημιώσεις αλλά και στον «κίνδυνο» των Σπαρτακιστών,,,

Το βιβλίο του Τζον Μέιναρντ Κέυνς Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης εκδ. Παπαζήση συνιστά ένα από τα κλασικά δείγματα γραφής σε θέματα που άπτονται την Πολιτική Οικονομία του 20ου αιώνα και αποτελεί έναν έργο παρέμβασης στο ευρύτερο πολιτικό πεδίο. Αποτελεί προέκταση της προσωπικότητας ενός συνειδητοποιημένου Βικτωριανού της πνευματικής ελίτ της εποχής του με αίσθημα ευθύνης απέναντι στη κοινωνία, σε μία εποχή που η οικονομική θεωρία αποτελούσε μια ημιτελής κοινωνική επιστήμη.

Το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου βρήκε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα σε πρωτόγνωρα διλλήματα. Όλες οι οικονομίες των εθνών-κρατών που είχαν λάβει μέρος στο πόλεμο παρουσίαζαν υπερδιογκωμένο δημόσιο χρέος, με έμφαση το εξωτερικό, και τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα. Το στάδιο μετάβασης από την «πολεμική» στην «ειρηνική» καπιταλιστική οικονομία έθετε πολλαπλά ζητήματα με σημαντικότερο όλων τα διασυμμαχικά χρέη όπου έμελλε να ήταν σημείο τριβής των διεθνών οικονομικών σχέσεων. Την εποχή εκείνη ο Κέυνς βρέθηκε μέλος της βρετανικής αντιπροσωπείας στις Βερσαλλίες, όπου υπογράφηκε η περιβόητη συνθήκη της ειρήνης που έμελλε να καταστρέψει την οικονομική βάση της ηττημένης Γερμανίας. Καθώς και το άμεσο μέλλον των λαών της Ευρώπης όπως αυτό συνέβη με την πραγματοποίηση του 2ου παγκοσμίου πολέμου.

Κατά τον Κέυνς η συνθήκη των Βερσαλλιών το μόνο που ρύθμιζε σε ρεαλιστική βάση ήταν η στέρηση όλων των μέσων στων οποίων η ταπεινωμένη Γερμανία θα μπορούσε να αναπαραχθεί ως κράτος: της καταργούσε το εξωτερικό εμπόριο, της απαγόρευε τη διατήρηση βιομηχανίας και της υπονόμευε το σύστημα μεταφορών και δασμών. Με μία διεξοδική ανάλυση στατιστικών δεδομένων, όπως αναφέρεται στις Συνέπειες, το εφικτό και δίκαιο για τη Γερμανία προκειμένου να καλύψει τις συνολικές επανορθώσεις της ήταν τα 10 δις $ και όχι τα 40 δις. Στο βιβλίο αποκαλύπτεται ότι το σύνολο του συστήματος αποπληρωμής ήταν αδιαφανές και τα τοκοχρεολύσια θα κρατούσαν τη Γερμανία σε καθεστώς ισόβιας υποδούλωσης μέσω του εξωτερικού χρέους. Το παράδοξο είναι ότι σήμερα η Γερμανία ως ηγεμονική δύναμη της ευρωζώνης εφαρμόζει ένα τέτοιο πλαίσιο στα κράτη της περιφέρειας οξύνοντας όπως τότε τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.

Για τον ίδιο η αναθεώρηση της συνθήκης (ειρήνης) των Βερσαλλιών ήταν μονόδρομος: «ο σκοπός μου σε αυτό το βιβλίο είναι να δείξω ότι η καρχηδονιακή ειρήνη δεν είναι πρακτικά ορθή ή δυνατή». Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν αποτέλεσαν τον κύριο λόγο που οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης πέρασαν στην ιστορία. Καθοριστικό ρόλο βέβαια για τη συγγραφή των Συνεπειών έπαιξε η παραίτηση του Κέυνς από το Υπουργείο Οικονομικών καθώς αυτό ταυτίζεται χρονικά. Σε μία εποχή που η πεφωτισμένη αστική τάξη σπανίως τολμούσε να ξεπεράσει τα όρια του πολιτικώς ορθού και του σεβασμού των ασκούντων την εξουσία, αποκαλύπτοντας τις ανεπάρκειες της τότε κυρίαρχης αντίληψης. Αυτό όμως δεν γίνεται μονάχα με την ανάδειξη των ψυχολογικών όρων. Η όλη του προβληματική θεμελιώνεται με την οικονομική θεωρία, την στατιστική, την δημοσιονομική πολιτική, την πολιτική θεωρία, τη διεθνή πολιτική οικονομία της εποχής, με συνακόλουθη την κυρίαρχη αντίληψη των διεθνών σχέσεων και της οικονομικής γεωγραφίας. Μέσω της ανάλυσης αναλύονται διεξοδικά ο ρόλος του πολέμου και η πρόταση «ειρήνης» του Κέυνς μέσω της δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου στον κέντρο-ευρωπαϊκό χώρο.

Πολλοί πεφωτισμένοι της κυρίαρχης αντίληψης θεωρούν ότι οι Συνέπειες αποτελούν τις ανησυχίες του Κέυνς ότι ο οικονομικός στραγγαλισμός της Γερμανίας θα οδηγούσε σε έναν νέο πόλεμο. Όπως και έγινε με το 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Μόνο που αυτές αφορούσαν τη διάρρηξη της κεφαλαιοκρατικής μορφής εξουσίας στη Γερμανία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «μία νίκη του σπαρτακισμού στη Γερμανία θα μπορούσε να είναι εύλογα το προοίμιο για την επανάσταση παντού», καθιστώντας κεντρικό ζήτημα τη διάσωση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Εξ ου και η οικονομική σημασία της Γερμανίας για ολόκληρη την Ευρώπη και όχι για τόσο για λόγους οικονομικής αλληλεγγύης. Παρόλ’ αυτά το όνομα του Λένιν αξιοποιείται στις Συνέπειες προκειμένου να αναδειχθεί ο ρόλος του πληθωρισμού ως πιθανός μοχλός ανατροπής του καπιταλισμού. Ενώ από τη μία ασκείται η κριτική στο laissez-faire από την άλλη υπάρχουν σαφές τοποθετήσεις ενάντια στην επαναστατική δράση των μπολσεβίκων και των σπαρτακιστών. Στην ουσία διατυπώνεται ένα είδος μη μαρξικού σοσιαλισμού με κύρια χαρακτηριστικά τη μεσότητα και τον αποκλεισμό της βίας και άρα των ταξικών αντιθέσεων που καταδεικνύουν τα όρια και τις αντιφάσεις της κεϋνσιανής συναίνεσης, δηλαδή της κοινωνικής ειρήνης.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 26/08/2012)

Η κριτική παιδαγωγική ως εργαλείο χειραφέτησης

Την δυνατότητα της κριτικής παιδαγωγικής όχι μόνο να αναλύει και να στέκεται κριτικά απέναντι στην διαδικασία μάθησης αλλά και να συμβάλλει στην απελευθέρωση του ανθρώπου εξετάζει ο συλλογικός τόμος με τίτλο Η Κριτική Παιδαγωγική στο Νέο Αιώνα (εκδ. Ι. Σιδέρη) τον οποίο επιμελήθηκε η καθηγήτρια Παιδαγωγικής, Μαρία Νικολακάκη.

Ως καίρια συμβολή στην επαναθεμελίωση της εκπαιδευτικής θεωρίας, μπορεί να χαρακτηριστεί ο συλλογικός τόμος τον οποίο επιμελήθηκε η Μαρία Νικολακάκη, με τίτλο Η Κριτική Παιδαγωγική στον Νέο Αιώνα, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Σε αυτό το βιβλίο, πολλοί διανοούμενοι που αυτοπροσδιορίζονται ως κριτικοί παιδαγωγοί προσφέρουν το συγγραφικό τους έργο, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για να εκλείψουν οι συνέπειες της καταπιεστικών καθεστώτων εξουσίας στην κοινωνία γενικά. Ο αναγνώστης μπορεί να δει τις προσεγγίσεις των Ζίζεκ, Φρέιρε, Ζιρού, ΜακΛάρεν, Μακίντο, Στέινμπεργκ, Αρόνοβιτς, Τσόμσκι, Χάουαρντ Ζιν και άλλων, για την κριτική συνειδητοποίηση και απελευθέρωση της εκπαίδευσης και άρα της κοινωνίας γενικά.

Η Κριτική Παιδαγωγική αποτελεί εκπαιδευτική θεωρία, και ταυτόχρονα διδακτική και μαθησιακή πρακτική. Στοχεύει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και συνείδησης των μαθητών. Η ανάπτυξη της κριτικής συνείδησης αποτελεί τον θεμέλιο λίθο ενός ευρύτερου πολιτικού αγώνα που θα αμφισβητεί τις καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες και η όποια κοινωνική αλλαγή θα καταλήγει στην ισοτιμία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Κριτική Παιδαγωγική έχει τις ρίζες της στην κριτική θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται με πλήρη επάρκεια οι μεταβολές που έχει υποστεί ο όρος στην πάροδο του χρόνου. Αυτή είναι και η προστιθέμενη αξία του καθότι χρησιμοποιεί νέα στρατηγικά εργαλεία προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνεχείς μεταλλάξεις των κοινωνικών και ιστορικών πλαισίων. Το απαραίτητο βήμα που γίνεται είναι ότι φωτίζει κάποιες αθέατες πλευρές έως και παρερμηνείες όπως αυτές εμφανίστηκαν με το ρεύμα του μεταμοντερνισμού. Επίσης, εξάρει την σημασία της Κριτικής Παιδαγωγικής ως την εκπαιδευτική θεωρία-ασπίδα σε μία εποχή που βάλλονται τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις της κοινωνίας. Όπως υποστηρίζει στο συλλογικό αυτόν τόμο ο Ζίζεκ, η παιδεία είναι εχθρός του συστήματος, η οποία στο εξής προβλέπεται να παρέχει μόνο περιορισμένη γνώση, ανίκανη να δει την ευρύτερη εικόνα, εφόσον με παιδεία ο πολίτης, θα μπορούσε να επικρίνει και να επαναστατήσει εναντίον της απανθρώπισης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Σύμφωνα με τον Φρέιρε, αυτό συνιστά μία από τις πιο σοβαρές απειλές για την κοινωνία, διότι χωρίς κριτική σκέψη και κριτική συνείδηση, δεν θα υπάρχει και αντίσταση ικανή για να γίνει η βάση στην οποία θα στηριχθεί η ανατροπή αυτής της δυσμενούς κατάστασης. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι το σύστημα των αγορών το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, θέτοντας το ερώτημα αν η κοινωνία έχει πλήρη επίγνωση του κινδύνου.

Η εκπαίδευση αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της κοινωνίας και η κοινωνική αλλαγή είναι διαχρονικά η βασική της αποστολή. Η πτέρυγα της Κοινωνικής Παιδαγωγικής είναι το ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι στον ευρύτερο χώρο της εκπαίδευσης. Καθήκον της είναι η αφύπνιση της κοινωνίας μέσα από την κριτική εκπαίδευση των λαών. Όπως πολύ εύστοχα ο Φρέιρε υποστηρίζει, η εκπαίδευση επηρεάζεται και διαμορφώνεται από όλους τους κοινωνικούς τομείς. Από την άλλη μεριά όμως η εκπαίδευση είναι ο μόνος τομέας που επηρεάζει όλους τους κοινωνικούς τομείς.

Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, η εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό συνεχώς συρρικνώνεται και έχει υποταχθεί στις αγορές.

Η εκπαίδευση αποτελεί το κατεξοχήν κοινωνικό αγαθό και ως τέτοιο πάντα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κοινωνίας. Τώρα καλείται να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των αγορών. Μια ομάδα αδίστακτων ολιγαρχιών κερδοσκοπούν στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας που υποφέρει. Υπό το δήθεν πρόσχημα των «επιστημονικών» προσεγγίσεων, της «αριστείας» και της αποδοτικότητας, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, με όχημα την ιδιωτικοποίηση, μεταλλάσσουν το γενετικό υλικό της εκπαίδευσης με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου τύπου ατόμου, πλήρως χειραγωγημένου και υποταγμένου στις επιταγές του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος.

Για το λόγο αυτό στο βιβλίο ενώνουν τις φωνές τους μερικοί από τους σημαντικότερους διανοούμενους του κόσμου για να αντιμετωπίσουν αυτήν την λαίλαπα, προκειμένου να προασπίσουν το δικαίωμα στην παιδεία και τη μόρφωση. Οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου οραματίζονται μία δημοκρατική εκπαίδευση, όχι μόνο ως αντίβαρο στην τρέχουσα επίθεση σε καθετί το δημόσιο, αλλά κυρίως ως μέσο για τη χειραφέτηση του ανθρώπου και η Κριτική Παιδαγωγική αποτελεί τον κοινό τόπο στην προσπάθεια αυτή.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 14/04/2012)

Αυτονομίες και χειραφετήσεις

Η Λατινική Αμερική σε κίνηση

Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τίτλο Αυτονομίες και Χειραφετήσεις από τις εκδόσεις αλάνα, απεικονίζουν μία απόπειρα καταγραφής των κοινωνικών κινημάτων των «από κάτω» των λαών του ευρύτερου χώρου της Λατινικής Αμερικής. Από τις κατειλημμένες εκτάσεις στις παρυφές των μεγαλουπόλεων της Χιλής, της Αργεντινής, του Περού και της Βενεζουέλας, έως τις ζαπατίστικες περιοχές στο νοτιοανατολικό Μεξικό και τα απαλλοτριωμένα εδάφη της αγροτικής γης της Βραζιλίας από τους αγροτοεργάτες, ο συγγραφέας του βιβλίου Ραούλ Ζιμπέκι επιχειρεί να ανιχνεύσει τα πολιτικά όρια μεταξύ της ηγεμονίας και της αυτονομίας. Αντιπαραθέτει με τον πλέον αναλυτικό τρόπο την καθετοποίηση των παραδοσιακών τρόπων άσκησης της πολιτικής εξουσίας, με αυτές των οριζόντιων μορφών πολιτικής ισονομίας, προϊόν επινόησης των κοινωνικών κινημάτων σε όλο το μήκος και πλάτος της Λατινικής Αμερικής. Μέσα από αυτή την απεικόνιση ο αναγνώστης διαφωτίζεται από όλες τις πολιτικές διεργασίες και ζυμώσεις αποκτώντας εικόνα για την αθέατη πλευρά τους. Για το λόγο αυτό αιτιολογείται με ολοκληρωμένο τρόπο, γιατί αυτές οι υπόγειες διεργασίες των κινημάτων των «από κάτω» επιβιώνουν και αναπτύσσουν εμβρυακές μορφές κοινωνικής οργάνωσης μιας άλλης, ανθρώπινης κοινωνίας. Παράλληλα, μέσα από το βιβλίο καταδεικνύονται τα όρια και οι αντιφάσεις αριστερών κυβερνήσεων στο ευρύτερο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανάλυση στο βιβλίο της σύγκρουσης μεταξύ της αριστερής κυβέρνησης και των κινημάτων των «από κάτω» στον Ισημερινό, που συνιστά το καλύτερο παράδειγμα στη Λατινική Αμερική.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 12/04/2012)

Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα

Το Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα των Ρομπερτ Νπενεβικ και Φίλιπ Γκριν από τις εκδόσεις Σαββάλας, αποτελεί το πλέον ουσιώδες βοήθημα για όσους επιθυμούν να διερευνήσουν τις ιδέες και το υπόβαθρο όσων διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού και κοινωνικού στοχασμού τον 20ο και 21ο αιώνα. Η κύρια συμβολή του βιβλίου είναι ότι εξοικειώνει κάθε ενδιαφερόμενο με τους πολιτικούς στοχαστές από τα πρώιμα χρόνια του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Το παρών βιβλίο περιλαμβάνει τρεις θεματικές ενότητες. Στην πρώτη θεματική ενότητα περιλαμβάνονται 175 λήμματα γραμμένα από εκατοντάδες καταξιωμένους επιστήμονες και ειδικούς στα επιμέρους ακαδημαϊκά τους πεδία. Τα λήμματα αυτά είναι ταξινομημένα με αλφαβητική σειρά. Το κάθε ένα περιλαμβάνει βιογραφικό σημείωμα, σαφές περίγραμμα των κύριων ιδεών και βασικών θεωριών του κάθε αναφερόμενου στοχαστή. Τα παραθέματα και τα κείμενα είναι σύντομα όπως σύντομη είναι και η ενημερωμένη εργογραφία. Επίσης, περιλαμβάνει εξαντλητική ελληνική βιβλιογραφία των έργων των αναφερόμενων στοχαστών, όπως αυτά έχουν μεταφραστεί και επικαιροποιηθεί μέχρι το Δεκέμβριο του 2011. Η εν λόγω θεματική ενότητα εμπλουτίζεται με προτάσεις για μελλοντική επιστημονική έρευνα.

Στην επόμενη θεματική ενότητα ο αναγνώστης θα βρει πληθώρα αναφορών από τους πλέον σημαντικότερους πολιτικούς και κοινωνικούς στοχαστές από την Ασία, την Αφρική και την Λατινική Αμερική. Κυρίως θα βρει εκείνους που η συμβολή τους θεωρείται σπουδαία στο πλέγμα της προβληματικής των κοινωνικών κινημάτων και αιτημάτων, της ριζοσπαστικής οικολογίας, των θεωριών της εξάρτησης καθώς και στην ευρύτερη αριστερή και φιλελεύθερη πολιτική και οικονομική σκέψη.

Η τελευταία θεματική ενότητα περιλαμβάνει ένα πλήρες αναλυτικό θεματικό ευρετήριο με την επιμέλεια των συγγραφέων του βιβλίου.

Οι συγγραφείς του βιβλίου έχουν δημοσιεύσει πολλά έργα σχετικά με την πολιτική θεωρία, τις ιδεολογίες και τα πολιτικά κινήματα. Η κυριότερη συμβολή τους, όπως αυτή εκφράζεται από το ερευνητικό τους ενδιαφέρον μέχρι σήμερα, είναι η αποτύπωση πολιτικών φυσιογνωμιών και για αυτό θεωρούνται διεθνώς οι πλέον κατάλληλοι για αυτό.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 14/04/2012)

Η πικρή ιστορία του Δημόσιου Χρέους

Από τη σύσταση του ακόμη το ελληνικό κράτος κατέβαλε έναν βαρύ φόρο αίματος στους διεθνείς πιστωτές, που μέσω των δανείων παρενέβαιναν διαρκώς στην ελληνική πολιτική ζωή και περισσότερο στην οικονομία καταδικάζοντας τους εργαζόμενους στη φτώχεια και την κοινωνία στον μαρασμό και την ταπείνωση.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μόνιμος και σε διαχρονική βάση ο βραχνάς της ιμπεριαλιστικής κηδεμόνευσης του ελληνικού κράτους και διαρκής η λεηλασία του ελληνικού λαού. Αυτή η διαπίστωση  διαπερνάει το βιβλίο του Νίκου Μπελογιάννη Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα (εκδ. Άγρα) σε ό,τι αφορά το πρόβλημα του δημοσίου χρέους της Ελλάδας και ιδιαίτερα του εξωτερικού. Όποιος το μελετήσει θα νομίζει ότι γράφτηκε για το σήμερα. Και όμως, γράφτηκε πριν από την κατοχή του ‘40. Με τον πλέον επιστημονικό τρόπο περιγράφεται η πορεία της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας μέχρι την κατοχή η οποία συνεχίζεται έως σήμερα.

Όπως γράφει στη σελ. 193, «οι πατέρες του έθνους ψήφισαν το νόμο που ζήταγαν οι τοκογλύφοι ομολογιούχοι περί Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1893. Για να πάρουν οι τοκογλύφοι τα λεφτά τους, τούς παραχωρήσαμε όλα τα κρατικά μονοπώλια και να απομείνουν οι ψηφίσεις νέων φορολογικών νομοσχεδίων καταπίεσης του λαού. Πραγματικά, τούτος ο έλεγχος του ΔΟΕ, ήταν ο βαρύτερος και ξεφτυλιστικότερος από κάθε άλλον έλεγχο που επιβλήθηκε σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα. Στην ουσία δεν ήταν μονάχα οικονομικός, αλλά και πολιτικός»… Το σπουδαιότερο εύρημα όμως της μελέτης του Μπελογιάννη αφορά ότι μέχρι το 1932 η Ελλάδα δανείστηκε 2 δισ. χρυσά φράγκα και πληρώθηκαν για αυτά σε τοκοχρεολύσια 2,2 δισ. χρυσά φράγκα. Ενώ το κράτος συνέχισε ακόμη να χρωστά 2 δισ. φράγκα. Μαζί με τους απλήρωτους τόκους δηλαδή, το ελληνικό κράτος χρωστούσε περισσότερα από όσα δανείστηκε! (Οποιαδήποτε σχέση φυσικά με την σημερινή κατάσταση κατά την οποία τα ποσά που έχουμε δώσει για την αποπληρωμή του χρέους την τελευταία 20ετία είναι διπλάσια απ’ ότι οφείλουμε  σήμερα είναι εντελώς τυχαία). Αφαιρώντας τα υπόλοιπα ποσά που πληρώθηκαν από τον κρατικό προϋπολογισμό μέχρι το 1932, τότε εύκολα διαπιστώνεται ότι τα ποσά που πήγαιναν στα εργατολαϊκά εισοδήματα ήταν πενιχρά. Μέχρι και σήμερα αυτά είναι τα τραγικά θύματα του ξένου τοκογλυφικού κεφαλαίου που αφαίμαζε τη χώρα.

Χρήσιμα στοιχεία για τον εξωτερικό δανεισμό της Ελλάδας από την εποχή ακόμη της Επανάστασης (1824-25) έως και σήμερα παρουσιάζονται επίσης με γλαφυρό και αναλυτικό τρόπο στο βιβλίο του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη, με τίτλο Ο εξωτερικός δανεισμός στη γένεση και εξέλιξη του νέου ελληνικού κράτους 1824-2009 (εκδ. Μπατσιούλας). Με τρόπο άκρως αποκαλυπτικό περιγράφεται το χρονικό των ελληνικών δανειακών συμβάσεων και το κόστος τους για τον ελληνικό λαό και τη χώρα. Από τα δάνεια της ανεξαρτησίας, ο Ηλιαδάκης περνά στο δάνειο του Όθωνα, τον Τρικουπικό δανεισμό, την πτώχευση του 1893 και τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο του 1898,  την εμπόλεμη περίοδο των εκτάκτων δαπανών, στην Ελλάδα κατά τη μικρασιατική καταστροφή, την μεταπολεμική ανόρθωση και την δικτατορία των συνταγματαρχών, φτάνοντας ως τη Μεταπολίτευση. Το συμπέρασμα του συγγραφέα είναι πως από το 1949 και μετά, ακόμη κι έπειτα από το 1981 που η Ελλάδα μπήκε στην ΕΟΚ,   το παραγωγικό τοπίο της Ελλάδας παραμένει αμετάβλητο.

Οι δύο παραπάνω μελέτες (από τις οποίες αντλήθηκαν τα κυριότερα στοιχεία για το δημόσιο χρέος με έμφαση στο εξωτερικό) συνιστούν υποδειγματικές δουλειές από κάθε άποψη: την ριζοσπαστικότητα των προσεγγίσεων, το βάθος της ανάλυσης, κλπ.

Η ΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Από τη σύσταση του ακόμη το ελληνικό κράτος κατέβαλε έναν βαρύ φόρο αίματος στους διεθνείς πιστωτές, που μέσω των δανείων παρενέβαιναν διαρκώς στην ελληνική πολιτική ζωή και περισσότερο στην οικονομία καταδικάζοντας τους εργαζόμενους στη φτώχεια και την κοινωνία στον μαρασμό και την ταπείνωση. Συγκλονιστικές οι περιγραφές του Νίκου Μπελογιάννη και του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη.

Με την έναρξη της επανάστασης του 1821, πριν ακόμα δηλαδή τη σύσταση του ελληνικού κράτους, ξεκινάει η παρέμβαση του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα. Το ελληνικό κράτος θα συσταθεί το 1832. Έως τότε ήταν επιτακτική η ανάγκη να βρεθούν έσοδα προκειμένου να υποστηριχθεί ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας. Τότε ξεκινάει η ιστορία της λήψης δανείων από το εξωτερικό για την Ελλάδα. Τα πρώτα δάνεια της ανεξαρτησίας ήταν ύψους 2,8 εκατ. λιρών. Από αυτά αποδόθηκαν στην Ελλάδα 1,6 εκατ. λίρες. Τα υπόλοιπα 1,2 εκ. κατακρατήθηκαν από τις δανειοδότριες αγγλικές τράπεζες. Η Ελλάδα έπρεπε να πληρώνει τόκους και χρεολύσια για κεφάλαιο που δεν της χορηγήθηκε ποτέ! Το 1827, η Ελλάδα θα κηρύξει την πρώτη της πτώχευση. Ο κρατικός προϋπολογισμός το 1830 εμφάνιζε έλλειμμα 40%, το οποίο προερχόταν αποκλειστικά από τον εξωτερικό δανεισμό. Το 1832 το εξωτερικό δημόσιο χρέος ήταν το 64% επί του συνολικού δημόσιου χρέους. Την εποχή εκείνη οι Τάιμς του Λονδίνου είχαν γράψει ότι «η Ελλάδα θα κέρδιζε τον αγώνα της χωρίς την βοήθεια της Αγγλίας και του αγγλικού χρηματιστηρίου». Τα εξωτερικά δάνεια της «ανεξαρτησίας», θα αποσβεστούν το 1921! Πρώτα το κράτος θα εξοφλήσει τους ομολογιούχους το 1889, έχοντας δανεισθεί 15 εκατ. φράγκα.

Το 1833 θα ακολουθήσει το περίφημο δάνειο του Όθωνα που υποθήκευσε μια για πάντα την πολιτική και οικονομική ζωή του ελληνικού κράτους. Το δάνειο εκδόθηκε στους Ρότσιλδ, τους μεγαλύτερους τοκογλύφους της εποχής, με πραγματική τιμή 94%. Οι δυσβάστακτοι όροι και οι εγγυήσεις, παρείχαν ασφάλεια και γι’ αυτό είχαν μεγάλη ζήτηση. Το ονομαστικό ποσό του δανείου ήταν 64 εκατ. δρχ. Το ελληνικό δημόσιο μόλις που πήρε 9 εκατ. τα οποία σπαταλήθηκαν για τα έξοδα της αντιβασιλείας και τον στρατό, που τα 2/3 του ήταν Βαυαροί. Από αυτό το ποσό 33 εκατ. πήγαν για προκαταβολικούς τόκους και χρεολύσια. Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία κράτησαν 2,5 εκατ. φράγκα, ενώ 12,5 εκατ. υποτίθεται ότι θα τα έπαιρναν οι Τούρκοι. Κατέληξαν όμως στους Ρώσους ως πολεμική αποζημίωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 1833-43 τα συνολικά έσοδα του κράτους ανέβηκαν στα 132 εκ., τα οποία πήγαιναν στη διεθνή κηδεμονία. Από το 1859 και μετά η Ελλάδα όφειλε να πληρώνει 900.000 φράγκα το χρόνο, με μέγιστο χρόνο απόσβεσης το 1974! Το 1871 η Ελλάδα χρώσταγε 100 εκατ. δρχ. Ο ονομαστικός εξωτερικός δανεισμός της περιόδου 1879-1893 ήταν 640 εκατ. φράγκα, με πραγματικό 464 εκατ. φράγκα. Η Ελλάδα θα πάρει 350,7 εκ. φράγκα και τα υπόλοιπα θα πάνε για την αποπληρωμή προηγούμενων δανείων.

Κατά την τρικουπική περίοδο (1882-1893) το ελληνικό κράτος χρεώθηκε 450 εκατ. φράγκα. Ήδη ήταν η περίοδος που θεμελιωνόταν ο ιμπεριαλισμός παγκοσμίως. Εξέλιξη που διευκόλυνε την παροχή ρευστού και δανείων σε μία χώρα της περιφέρειας. Αρκεί να τα συνόδευαν γερές εγγυήσεις και ληστρικοί όροι. Οι ξενόδουλες ελληνικές κυβερνήσεις ήταν πάντα πρόθυμες να τους αποδεχτούν. (Και πάλι οποιαδήποτε ομοιότητα με το σήμερα είναι καθαρά συμπτωματική). Το 1889 υπογράφτηκε δάνειο ονομαστικής αξίας 30 εκατ. φράγκων με 20,4 εκατ. πραγματικό κεφάλαιο και δάνειο 125 εκατ. με πραγματικά 91 εκατ. Τούτα τα δάνεια συγχωνεύτηκαν κατεβάζοντας την ονομαστική αξία στο 68%. Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) το έκανε χρεολυτικό! Και το γδύσιμο σε βάρος του ελληνικού λαού δεν σταμάτησε εκεί.

Ο Τρικούπης πήρε το γνωστό στην ιστορία «δάνειο των σιδηροδρόμων» από το Λονδίνο το 1890. Πήρε 60 εκατ. ονομαστικά και πραγματικά 52,9 εκατ., με υποθήκη στους ξένους την σιδηροδρομική γραμμή Πειραιά-Λάρισα. Τα 38 εκατ. πήγαν σε προηγούμενους ξένους πιστωτές και το έργο πάγωσε. Το 1892 το έλλειμμα ξεπέρναγε τα 30 εκατ. Στο εσωτερικό οι μεγαλοαστοί και οι τραπεζίτες μετέτρεπαν τα κεφάλαια τους σε χρυσό, πουλώντας τον πανάκριβα στο κράτος που το είχε ανάγκη. Το 1893 ο Τρικούπης θα κηρύξει την πτώχευση με την ιστορική πλέον ρήση «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Είχε ήδη προηγηθεί η χρεοκοπία του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος. Η περίοδος 1902-1909 είναι υποθηκευμένη στην εξυπηρέτηση των εξωτερικών δανείων της τρικουπικής περιόδου. Το διάστημα 1915-23 οι ελληνικές κυβερνήσεις δανείζονται από την εγχώρια αγορά 220 εκατ. δρχ.

Μετά το 1924 και την μικρασιατική καταστροφή παρατηρείται μία ραγδαία εισροή ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα λόγω της καταστροφής που υπέστησαν στην Μικρά Ασία κι επίσης λόγω της εισροής φθηνής εργατικής δύναμης των προσφύγων που επιτάχυνε τη διαδικασία συσσώρευσης του ελληνικού κεφαλαίου. Τα ξένα κεφάλαια ανέρχονταν στα 2,2 δισ. χρυσά φράγκα, με ετήσια χρεολύσια 137,5 δισ. Το λεγόμενο προσφυγικό δάνειο ήταν 12,3 εκατ. λίρες ονομαστικής αξίας και η Ελλάδα πήρε το 88%. Για δάνειο που προορίζονταν σε πρόσφυγες ο τόκος ήταν 9%! Οι προσφυγοκάπηλοι που ανέλαβαν τα έργα «αποκατάστασης» οργίασαν στις πλάτες των δυστυχισμένων προσφύγων. Στις αρχές του 1930, η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους απορροφούσε το 36,3% των τακτικών εξόδων. Το έλλειμμα έκλεισε στο 1 δισ. Από δημόσια έσοδα ύψους 8,2 εκ. οι ομολογιούχοι έπρεπε να πάρουν 4,4. (Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης με φορολογικά έσοδα περίπου 50 δισ. ευρώ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, χωρίς τη συμφωνία ανταλλαγής, είναι 87 δισ. ευρώ). Το ίδιο διάστημα οι πορείες πείνας ήταν καθημερινό φαινόμενο και ο λαϊκός παράγοντας ανάγκασε τον Βενιζέλο να πληρώσει τα τοκομερίδια σε δραχμές. Το 1932 τα δημόσια έσοδα έφταναν τα 7,7 δισ. και οι ξένοι πιστωτές θα έπαιρναν 6. Ακολούθησε φοροεπιδρομή και άτακτη χρεοκοπία σε βάρος του λαού.  Η χρεοκοπία του 1932 βασίζεται στην ισοτιμία της δραχμής με τη χρυσή λίρα Αγγλίας.

Το 1936 εγκαθιδρύεται η μοναρχοφασιστική δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Το 1937 τα δάνεια που γίνονται από τη ναζιστική Γερμανία αγγίζουν τα 2,3 δισ. δρχ.. Τα καπνά και τα μεταλλεύματα φεύγουν για το Βερολίνο. Το Λονδίνο δεν βλέπει με καλό μάτι την συμφωνία του Μεταξά με τη Γερμανία του Χίτλερ. Έτσι το 1939 η κυβέρνηση Μεταξά δανείζεται από την Αγγλία 2 δισ. δρχ. Με αυτό τον τρόπο το Λονδίνο επανέφερε την Ελλάδα στην τάξη και την …αγκαλιά του. Ο προϋπολογισμός του κράτους άγγιζε τα 20 δισ. λόγω των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών. Για τον σκοπό αυτό ρημαχτήκαν και τα ασφαλιστικά ταμεία και τα ταμιευτήρια. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος που προέκυψε αμέσως μετά έδειξε ότι η πολεμική μηχανή της Ελλάδας ήταν ανύπαρκτη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1939 μέχρι το 1941 οι ομολογιούχοι εισέπρατταν κανονικά από το κράτος 2,5 δις δρχ.! Στη κατοχή η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα ανασταλεί μέχρι το 1949.

Μεταπολεμικά, το 1953 η Ελλάδα θα συνάψει τρία εξωτερικά δάνεια ύψους 145 εκατ. δολ. Το δημόσιο χρέος περίπου δεκαπλασιάσθηκε. Το 1954 το 89% του χρέους αφορούσε δανεισμό σε ξένο νόμισμα και το υπόλοιπό σε δραχμές. Μέχρι τα μέσα του 1960 ο μεταπολεμικός δανεισμός τριπλασιάσθηκε απορροφώντας από 8% των τακτικών εσόδων το 21%. Το 1962-67 επανακαθορίστηκαν οι όροι αποπληρωμής των ομολογιακών δανείων και αποπληρώθηκε το 97% του προπολεμικού ομολογιακού εξωτερικού χρέους που άγγιζε τα 6,4 δισ. δρχ. Το εξωτερικό χρέος της περιόδου εκείνη αποτελούσε το 35% των τακτικών εσόδων. Κατά τη διάρκεια της χουντικής περιόδου (1967-74) το χρέος αυξήθηκε 3,5 φορές, τα εξωτερικά δάνεια κατά 12,5%, ο δανεισμός σε χρυσό κατά 38% και τα δάνεια σε δραχμές εκτοξεύθηκαν. Για την κάλυψη του χρέους οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 315%. Από το 1972 οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ξεπέρασαν και το άληκτο εξωτερικό δημόσιο χρέος αμέσως μετά την κατοχή. Η συνολική εξυπηρέτηση ανήλθε στα 53,9 δισ. δρχ. Το 46,5% αφορούσε χρεολύσια, το 50,4% για τόκους και το 3% έξοδα εξυπηρέτησης.

Τα χρόνια της μεταπολίτευσης η αύξηση του δημόσιου χρέους είναι συνεχής. Την εφταετία 1975-81 ο δανεισμός του κράτους είναι κυρίως εσωτερικός και αγγίζει το 87% του συνολικού δημόσιου χρέους. Από το 1975 μέχρι το 1987 η Ελλάδα σύναψε δάνεια ύψους 18,4 δισ. δολ. εκ των οποίων τα 14,8 δισ. διατέθηκαν για την εξυπηρέτηση προηγούμενων δανείων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρέλαβε το δημόσιο χρέος στο 66,3% και το παρέδωσε στο 102,8%. Τα δάνεια που έγιναν επί Μητσοτάκη άγγιξαν τα 129,2 δισ. δρχ. με χαριστική περίοδο από 3,5 έως 5,5 χρόνια και με επιτόκια από 6% έως και 10%.

Από το 1992, και ιδίως από το 2000 και μετά, ο παραδοσιακός εσωτερικός και εξωτερικός δανεισμός δίνει την σκυτάλη του στα ομολόγα Ελληνικού Δημοσίου. Μετά το 2000 ο ομολογιακός δανεισμός θα ξεπεράσει το 90% του συνολικού δανεισμού. Η συνέχεια, με την Ελλάδα να παγιδεύεται στον ιστό των όριμων πια ομολογιακών αγορών, είναι λίγο πολύ γνωστή…

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

“ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ”

Έπνιξαν την επανάσταση στα δανεικά!

Ο ενθουσιασμός που έσπειρε η έναρξη της επανάστασης του 1821 έκανε το λαό να προσφέρει ότι μπορούσε από το υστέρημα του. Από την άλλη μεριά οι Κουντουριώτηδες και Σία, οι αστοκοτσαμπάσηδες και οι Φαναριώτες όπως αναφέρει ο Μπελογιάννης στο βιβλίο του Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα, έπεσαν με τα μούτρα για να αρπάξουν τη γη που άφησαν οι Τούρκοι. Και σαν μην έφτανε τούτο, δεν πλήρωναν ούτε τους φόρους τους, αρπάζανε και όσα πρόσφερε ο λαός. Τα έσοδα ήταν πενιχρά για να ικανοποιηθούν οι ανάγκες της ελληνικής επανάστασης.

Το 1822 συστάθηκε μία ανεξάρτητη «επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπή». Αντιμετωπίζοντας τα εμπόδια στο έργο της από τους αστοκοτζαμπάσηδες, η επιτροπή πραγματοποίησε τον δικό της λογιστικό έλεγχο στους εθνικούς λογαριασμούς. Η έκθεση ανέφερε ότι οι τότε διαχειριστές του δημοσίου ταμείου φούσκωσαν τα έξοδα σε 38,6 εκατ. γρόσια το χρόνο και τα έσοδα τα συρρίκνωσαν σε 12,8 εκατ. Από τα 17.250 ομόλογα που τύπωσαν αξίας 5 εκατ. γροσιών κυκλοφόρησαν 3.688 αξίας 1.471.000 γροσιών. Στα ταμεία βρέθηκαν μόνο 408, αξίας 42.100 γροσιών. Είχαν υπεξαιρεθεί 13.154 ομόλογα, αξίας 3.486.900 γροσιών από τους αστοκοτζαμπάσηδες. Τα έσοδα για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα από τη Φιλική Εταιρεία και το εξωτερικό που είχαν μαζευτεί είχαν μπει στα ταμεία μερικές εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια και λείπανε κάποια εκατομμύρια. Η έκθεση της επιτροπής κατατέθηκε στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση αναγκάζοντας τον Κολοκοτρώνη να δηλώσει ότι «κάποιοι ελπίζουν να κληρονομήσουν τους Τούρκους και να μείνουν μόνοι τους στον τόπο αυτόν…». Έτσι έφτιαξε έναν ονομαστικό κατάλογο με τις οφειλές του καθενός τους εξασφαλίζοντας μερικές χιλιάδες γρόσια. Φυσικά τα έσοδα ήταν πενιχρά και οι κοτζαμπάσηδες πρότειναν δάνειο για να υπεξαιρέσουν και άλλα χρήματα, αφού πρώτα απομόνωσαν τους Φιλικούς.

Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Τάσου Ηλιαδάκη με τον τίτλο «Ο εξωτερικός δανεισμός», το 1823 το Λονδίνο προσφέρει άγρια τοκογλυφικά δάνεια στα νεοσύστατα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Οι λεγόμενοι αγγλόφρονες θα συγκροτήσουν πραξικοπηματικά μια τριμελή επιτροπή δανείου στην Ελλάδα, η οποία θα διαπραγματεύονταν με το Λονδίνο το δάνειο. Το επιχείρημα τους ήταν ότι η πόλωση με την Αγγλία θα οδηγήσει σε επιτυχία την ελληνική επανάσταση.

Όπως συμβαίνει και σήμερα, στην συμφωνία του δανείου προβλεπόταν και η αγορά πέντε πολεμικών πλοίων. Το ένα από τα δύο μεγάλα κάηκε στο Τάμεση και το άλλο βγήκε από τον ποταμό γιατί πήγε να βουλιάξει. Όταν αυτό επισκευάστηκε το 1828 ήρθε στην Ελλάδα άλλα τέθηκε σε αχρηστία. Τα δύο μικρά έμειναν στο Λονδίνο καθότι ήταν άχρηστα, ενώ το τρίτο μπήκε στη μάχη αφού πρώτα άλλαξαν τη μηχανή του. Ότι απέμεινε από το πρώτο δανεισμό της Ελλάδας θα τύχει «ατασθαλούς» διαχείρισης και δεν θα εξυπηρετήσει ποτέ τον σκοπό του.

ΛΗΣΤΡΙΚΕΣ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

Ζητιανιά επιβάλλουν οι πιστωτές!

Τα κυριότερα γεγονότα της πολιτικής και οικονομικής ζωής της Ελλάδας τα τελευταία 190 χρόνια σημαδεύτηκαν από την εισροή ξένου κεφαλαίου και συγκεκριμένα αυτού που ήρθε υπό την μορφή εξωτερικού δανεισμού. Οι ληστρικές διαθέσεις των ξένων τοκογλύφων που συμμαχούν με την αρπακτική όρεξη των ντόπιων αστοκοτζαμπάσηδων τότε και λαμογιών – τραπεζιτών σήμερα συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής οικονομίας καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ελληνικού κράτους.

Όπως τόνισε ο Μπελογιάννης, «για να ανιστορήσει κανείς την ιστορία του ελληνικού κράτους, θα χρειαστεί να ζητήσει στους ξένους τοκογλύφους και στα κράτη που τους προστάτευαν τις αιτίες για τις μεγαλύτερες συμφορές του ελληνικού λαού. Και όποιος θελήσει να γράψει για το ξένο κεφάλαιο και ιδιαίτερα για τα εξωτερικά δάνεια, δεν μπορεί να μη δέσει με πολλά από τα κυριότερα πολιτικά γεγονότα που ξετυλίχθηκαν στην Ελλάδα». Αυτά τα έγραφε ο κομμουνιστής Ν. Μπελογιάννης 70 χρόνια πριν. Την δημοσιονομική πολιτική όλων σχεδόν των ελληνικών κυβερνήσεων έως και σήμερα την συνθέτουν ληστρικά δάνεια, χρεοκοπίες, φοροεπιδρομές, αναγκαστικές κυκλοφορίες χρήματος, πληθωρισμοί και όλα αυτά πάντα στις πλάτες του λαού. Όπως συνέβη σε όλα τα αδύναμα κράτη του κόσμου έτσι και στην Ελλάδα επικράτησε η πολιτική της ζητιανιάς. Ποτέ τους δεν θέλησαν ένα αδύναμο κράτος στην παγκόσμια σκακιέρα να σηκώσει κεφάλι καθότι θα κοπεί η πολιτική και οικονομική εξάρτηση.

Όπως γράφει ο Κυριάκος Σιμόπουλος «σ’ αυτή τη χώρα άλλοι θα αποφασίζουν για τις ελευθερίες και το βιοτικό επίπεδο του λαού. Η ξενοκρατία προκάλεσε τερατογονίες στην Ελλάδα: το μεταπολεμικό μεταπρατικό κράτος, τη μετανάστευση, τον παρασιτικό καπιταλισμό, τα πελατειακά κόμματα, την παχύδερμη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, τις συντεχνίες, την υπερχρέωση. Και στο βάθος μόνιμα το φάσμα της εθνικής χρεωκοπίας. Χωρίς την θαρραλέα αναγνώριση των ιστορικών αιτών που προκάλεσαν την παρακμή του ελληνικού κράτους, χωρίς τον συσχετισμό της ξενοκρατίας με τον πολιτικό εκφαυλισμό είναι μάταιη κάθε προσπάθεια για εξυγίανση και ανόρθωση».

Πάντα με την παρότρυνση των ξενόδουλων κυβερνήσεων και των ξένων και ντόπιων τοκογλύφων τα όποια δημόσια έσοδα, που ήταν προϊόν του μόχθου της εργαζόμενης πλειοψηφίας, γίνονταν λεία των ντόπιων και ξένων ομολογιούχων. Φυσικά όταν ο λαϊκός παράγοντας ισχυροποιούνταν έμπαινε κάποιο φρένο στις βλέψεις τους. Όπως συνέβη αρκετές φορές στην σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου – όπως συμβαίνει και σήμερα – σε περιόδους κρίσεων ακολουθούσε η πολιτική της δήθεν «σταθεροποίησης» με τις οικουμενικές κυβερνήσεις. Όπου οι δυνάμεις του ντόπιου κεφαλαίου συνασπιζόντουσαν με αυτές του ξένου, προκειμένου «ειρηνικά» και «ενωμένα» να ξεζουμίσουν ότι απέμεινε πριν οδηγηθεί η χώρα σε άτακτη χρεοκοπία. Για την παγίωση της ξένης κυριαρχίας και των οικονομικών δεσμεύσεων πραγματοποιήθηκαν μέχρι και νοθευμένα δημοψηφίσματα για να έχουν την εξουσία ξενόδουλα αυταρχικά καθεστώτα. Και όταν η αστάθεια παρέμενε στο πολιτικό σκηνικό της και επικράτησε το χάος ακολούθησαν στρατιωτικές δικτατορίες για την «αποκατάσταση της τάξης». Και όπως συνέβη σε άλλα αναπτυσσόμενα κράτη, προκάλεσαν τεράστια εξωτερικά χρέη. Στη συνέχεια με την αποκατάσταση της «δημοκρατίας», οι τράπεζες της Δύσης εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση δίνοντας τοκογλυφικά δάνεια για να αποπληρωθούν οι συσσωρευμένες οφειλές.

Στην Ελλάδα, η πρώτη χρεοκοπία έγινε το 1827, η δεύτερη το 1843, η τρίτη το 1893, η τέταρτη το 1932 και η πέμπτη έχει ξεκινήσει. Από όλες αυτές ο ελληνικός λαός δεν επωφελήθηκε σε καμία, όπως έγινε αλλού. Αντίθετα αυτός κλήθηκε να πληρώσει το κόστος. Αποτελεί ιστορική υποχρέωση του εργατικού κινήματος να θέσει επιτέλους τους όρους της επικείμενης χρεοκοπίας παλεύοντας για παύση πληρωμών και τη διαγραφή όλου ή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους. Η εργαζόμενη πλειοψηφία να θέσει αυτή τους όρους και να ιδιοποιηθεί τα επιτεύγματα της επιστήμης και τον πλούτο της χώρας προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 04/03/2012)

10 Λόγους για να καταργήσουμε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα

ΚΕΒΙΝ ΝΤΑΝΑΧΕΡ – 10 ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΝΤ ΚΑΙΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ

Ιδιαίτερα επίκαιρο και αποκαλυπτικό το βιβλίο του Κέβιν Ντάναχερ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νίκας και σε μετάφραση Αποστολίας Δημητρά με τίτλο Δέκα λόγοι για να καταργήσουμε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα. Στο βιβλίο μέσα από πολλά παραδείγματα αποκαλύπτεται ο βαθιά αντιδημοκρατικός χαρακτήρας των δύο οργανισμών.

O Κέβιν Ντάναχερ, μια από τις παθιασμένες προσωπικότητες της ετερόδοξης σκέψης της Πολιτικής Οικονομίας, ξεσκεπάζει την κυρίαρχη προπαγάνδα. Δείχνει πώς η οικονομική κρίση που δημιουργήθηκε από λίγους, βασανίζει τους πολλούς. Ο Ντάναχερ καταδεικνύει τη σκληρότητα και την αδικία της καλυμμένης τυραννίας. Στο βιβλίο του αποκαλύπτει πώς οι μέθοδοι δανεισμού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας κάθε άλλο παρά αναπτυξιακή βοήθεια συνιστούν, όπως διακηρύσουν. Αντίθετα, λειτουργούν επιθετικά και αντιδημοκρατικά προωθώντας τη νεοφιλελεύθερη κεφαλαιοκρατία. Κατά τον συγγραφέα σκοπός τούτης της επιδίωξης είναι η έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων. Επιβάλλοντας περικοπές στις κοινωνικές παροχές, φέρνουν τους λαούς αντιμέτωπους με την πραγματική εξαθλίωση. Το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα ανασυντάσσεται και αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Η καθημερινότητα του παγκόσμιου πολίτη έχει αλλάξει. Αυτή είναι η κυρίαρχη οικονομική τάση που έχει επιβληθεί. Το ΔΝΤ και η ΠΤ είναι όργανα εξουσίας, που εξαναγκάζουν τις χώρες να εφαρμόσουν σκληρά προγράμματα λιτότητας περικόπτοντας του μισθούς και τις συντάξεις, να απολύσουν εργαζομένους και φυσικά να εκποιήσουν τον εθνικό τους πλούτο.

Η περιγραφή και η ανάλυση του Ντάναχερ διακρίνονται για την απλότητα που παρουσιάζονται και που είναι ικανή να προσεγγίσει κάθε αναγνώστη. Επικεντρώνεται σε ένα δεκάλογο επιχειρημάτων για να θεμελιώσει την ριζοσπαστική του θέση. Έτσι, συμβάλλει και αυτός με τον δικό του τρόπο, στην αναγέννηση της επιστήμης της Πολιτικής Οικονομίας και του κινήματος κατά του κοινωνικοοικονομικού πολέμου σε βάρος της εργαζόμενης πλειοψηφίας.

Η ανάλυση του ξεκινάει με τη βασική αρχή ότι η παγκοσμιοποίηση των δυνάμεων της αγοράς – που προωθείται με ζήλο από την ΠΤ και το ΔΝΤ – δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη ανισότητα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα της αγοράς και είναι δομικό. Η απελευθέρωση των αγορών οδηγεί αυτή την τάση στα άκρα: όσο πιο μεγάλη γίνεται η αγορά, τόσο ευνοεί τους μεγάλους παίχτες, που μπορούν καλύτερα να εκμεταλλευτούν τις αυξανόμενες οικονομίες κλίμακας. Κατά αυτόν τον τρόπο μία πολύ μικρή μειοψηφία πλουτίζει σε ακραίο βαθμό και αποκτά μεγαλύτερη πολιτική δύναμη. Οι αγορές υπονομεύουν την ίδια την δημοκρατία. Όλα τα μοντέλα ανάπτυξης βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των δασμών που το κεφάλαιο όφειλε να καταβάλλει στις κυβερνήσεις. Μεγάλο μέρος αυτού του κεφαλαίου που θα πήγαινε σε κυβερνήσεις παρέμειναν στην ολιγαρχία στερώντας από αυτές έσοδα από φόρους, συμβάλλοντας με αυτή την πολιτική στη δημοσιονομική κρίση των κρατών. Η χρεωκοπία ενός κράτους είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να υπομονευτεί η δημοκρατία και η ΠΤ και το ΔΝΤ έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη ικανότητα σε αυτό. Είναι σε θέση να «στήνει» τους κανόνες της κοινωνίας προκειμένου να αποσπάσει περισσότερη περιουσία που ανήκει στις κατώτερες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις.

Ο συγγραφέας επικρίνει με ένα μοναδικό τρόπο τις αιτίες που η ΠΤ και το ΔΝΤ αποτελούν τους πιο ισχυρούς υπέρμαχους της ιδεολογίας της ανάπτυξης. Υπό τους όρους της αγοράς επιβάλλεται ένα σύστημα μέτρησης που συγκαλύπτει το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος αυτής της ανάπτυξης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του για το πώς η ΠΤ και το ΔΝΤ αναπαράγουν το φαινόμενο της διαφθοράς με το να επιμένουν ότι η προσέλκυση κεφαλαίου είναι σημαντική για την οικονομική «ανάπτυξη» ενός κράτους. Αφού λάβει ένα δάνειο από την ΠΤ, προκειμένου να εισπράξει σκληρό συνάλλαγμα για να το αποπληρώσει, η οφειλέτρια χώρα καλείται από την τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια ώστε να προσελκύσει ξένο κεφάλαιο με σκληρό συνάλλαγμα. Αυτά τα ανεβασμένα επιτόκια προκαλούν εμπιστοσύνη στις μεγάλες διεθνείς τράπεζες. Οι τράπεζες από την πλευρά τους μπορεί να αγοράσουν κρατικά ομόλογα για να επωφεληθούν από τα υψηλά επιτόκια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα κατώτερα στρώματα να μην μπορούν να δανειστούν με τόσο υψηλά επιτόκια. Η οικονομία βαλτώνει, μια που δίνονται λιγότερα δάνεια. Έτσι τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας θυσιάζονται στα συμφέροντα των χρηματαγορών. Η διαφθορά είναι δομικό στοιχείο της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού. Οι οικονομικές πολιτικές των κρατών είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με κάθε νέο δάνειο. Κατά τον Ντάναχερ ο κυριότερος λόγος υπέρ της κατάργησης αυτών των δύο παγκόσμιων οργανισμών είναι γιατί λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμοί ελέγχου ώστε το κεφάλαιο να διαμορφώνει την οικονομική πολιτική των κρατών που πλήττονται από την κρίση δημόσιου χρέους και να προωθήσει τα συμφέροντα των τραπεζών και των πολυεθνικών εταιρειών. Σκοπός τους είναι η δημιουργία μίας ασταθούς οικονομίας γεμάτη κερδοσκοπία και δομικά επιρρεπή σε τεχνητές κρίσεις

Καμία ανακούφιση χρέους δε θα απελευθερώσει την κοινωνική πλειοψηφία αν δεν κυβερνάται με τους δικούς της όρους και υπακούει στην ελίτ. Παρά ταύτα ο Ντάναχερ θεωρεί διέξοδο για τη κοινωνική πλειοψηφία τη διαδικασία εκδημοκρατισμού της διαχείρισης του κεφαλαίου όπως το παράδειγμα της τράπεζας Γκράμιν, που οι φτωχοί έχουν πρόσβαση σε μικρά ποσά πίστωσης και δεν εξαρτώνται από την ελεημοσύνη των πλουσίων. Όμως το θεσμικό μοντέλο αυτό παραβλέπει ότι έτσι θα δημιουργηθεί μία μειοψηφία μικρομεσαίων επιχειρηματιών που στο τέλος θα αποκτήσει οικονομική και πολιτική δύναμη, μέχρι να διχαστεί μεταξύ της προλεταριοποίησης (για τους πολλούς) και της οικονομικής ανέλιξης (για τους λίγους) που θα τους οδηγήσει στην αστική τάξη. Το σημαντικότερο συμπέρασμα άλλωστε της κρίσης δεν είναι η ανάγκη ή πολύ περισσότερο η δυνατότητα εκδημοκρατισμού του κεφαλαίου αλλά η ασταθής και βαθιά επιθετική του φύση.

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 14/08/2011)

Η Πάλη κατά της Φτώχειας

ΕΣΤΕΡ ΝΤΥΦΛΟ – Η ΠΑΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ

Η Εστέρ Ντυφλό γεννήθηκε στο Παρίσι το 1972. Στα 39 της είναι καθηγήτρια των οικονομικών της ανάπτυξης στο MIT, όπου ίδρυσε και διευθύνει το «Εργαστήρι κατά της φτώχειας», το J-PAL. Παράλληλα διδάσκει στην Ecole d’Economie de Paris. Το βιβλίο «Η πάλη κατά της φτώχειας» είναι το εναρκτήριο μάθημα που έδωσε στο College de France, εγκαινιάζοντας τη διεθνή έδρα «γνώση κατά της φτώχειας».

Στο βιβλίο της «Η πάλη κατά της φτώχειας», η Esther Duflo αποφεύγει τα οικονομετρικά μοντέλα. Της πηγαίνουν καλύτερα οι εμπειρικές μέθοδοι. «Βάζοντας φοιτητές στα εργαστηριακά πειράματα να παίξουν το παίγνιο του δικτάτορα ή το παίγνιο των δημοσίων αγαθών καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα άτομα δεν συμπεριφέρονται με λογική homo economicus». Βέβαια, στο εργαστήρι, ο υπεύθυνος του προγράμματος μπορεί να ελέγχει με ακρίβεια τις συνθήκες και να ζητά από εκείνους που συμμετέχουν, να εκτελούν παράτολμες εργασίες. Η ευελιξία όμως του εργαστηρίου λειτουργεί σε βάρος του ρεαλισμού: τα πειράματα στην πράξη επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς, γιατί οφείλουν να υποκύψουν στους εκάστοτε ηθικούς κανόνες της κυρίαρχης ιδεολογίας. Επίσης, διαθέτουν ανατρεπτική δύναμη και την ικανότητα να υποχρεώνουν τους επιστήμονες να αποδέχονται την αντίρρηση και την έκπληξη.

Η συγγραφέας είναι υπέρμαχη της μεταμοντέρνας τάσης της πολιτικής αυτονομίας, που έχει κυριαρχήσει σχεδόν παντού. Η εν λόγω τάση παίζει κεντρικό ρόλο σήμερα και στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής και σε αυτό του θεωρητικού λόγου ακόμα και στους κόλπους της αριστεράς. Συνάδει με την έννοια της κοινωνίας των πολιτών. Εκεί συναντάμε τρεις προσεγγίσεις: την μαρξιστική, όπου διερευνάται η σχέση του κράτους με τις εκάστοτε κοινωνικές τάξεις όπου ρυθμιστής της είναι ο παράγοντας του οικονομικού συμφέροντος και το κράτος εργαλείο της άρχουσας τάξης. Στη δεύτερη προσέγγιση διερευνάται η σχέση κράτος και οικονομίας στη σχέση κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Από αυτή τη σκοπιά ο όρος αναφέρεται στα ισχυρά «ενδιάμεσα στρώματα» μεταξύ πολιτικών ελίτ και λαού, δηλαδή στην «ισχυρή» κοινωνία πολιτών.

Η τρίτη προσέγγιση, που δυστυχώς είναι και η κυρίαρχη, βλέπει την κοινωνία των πολιτών αυτόνομη ομάδα από το κράτος και την αγορά. Κανένας όμως δεν αναρωτήθηκε για παράδειγμα πως μία Μη Κυβερνητική Οργάνωση που είναι αποτέλεσμα της «αυτονομίας των πολιτών», ακόμα και στην περίπτωση που λειτουργούν με αυστηρές δημοκρατικές διαδικασίες στο εσωτερικό τους, έχουν «ηγέτες» που δεν εκλέγονται από τον λαό και χρηματοδοτούνται από αυτόν. Από αυτή την άποψη, δεν εκπροσωπούν κανέναν εκτός από την αυτονομία τους από την συνολική αυτονομία.

Στο βιβλίο παρουσιάζονται τα οικονομικά ως κοινωνική επιστήμη, περιγράφεται η πειραματική μέθοδος και τα αποτελέσματά της. «Αν η φτώχεια μπορεί να ξεπεραστεί με επενδύσεις πλούσιων χωρών στις φτωχές, με αναπτυξιακή βοήθεια, με μονομερή διαγραφή υπέρογκων χρεών αλλά και με την οικονομική ανάπτυξη αυτών των χωρών, μένει να αποδειχθεί» όπως γράφει. «Αλλά αν δεν μπορούμε να ξεριζώσουμε τη φτώχεια, τουλάχιστον όχι άμεσα, μπορούμε να κάνουμε πιο εύκολη τη ζωή αυτών που υφίστανται τις συνέπειές της». Αυτή της η οπτική στα ερωτήματα για την καταπολέμησης της φτώχειας την απέφερε το Νόμπελ οικονομικών. Ο οικονομολόγος μπορεί να είναι, εκτός από καθαρός επιστήμονας ή θεωρητικός των μαθηματικών μοντέλων, ένας τεχνικός που συνδυάζει την αποκτηθείσα γνώση από την εμπειρία του παρελθόντος με την πειραματική μέθοδο, δηλαδή τη δοκιμή νέων τρόπων για την αντιμετώπιση ειδικών προβλημάτων, όπως το «μοντέλο Grameen» για την παροχή μικροδανείων στους φτωχούς.

Το ερώτημα παραμένει και είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε στην σύγχρονη ιστορία: τι θα γίνει από εδώ και πέρα; Τώρα που η παγκόσμια φτώχεια και πείνα θα αυξηθούν σαν αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των μέτρων δομικής προσαρμογής της ελεύθερης αγοράς υπό την εποπτεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (Δ.Ν.Τ.). Η Παγκόσμια Τράπεζα συμπέρανε ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα αυξάνεται και μπορεί να φτάσει τα 1,8 δις μέχρι το τέλος αυτού του έτους. Περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν βρεθεί στην απόλυτη φτώχεια από την τελευταία αποτίμηση του 1993. Στην Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι σχεδόν αρνητικό.

Η κρίση του καπιταλισμού χτύπησε αναμφίβολα τις φτωχές χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής πολύ σκληρότερα. Ακόμα και κατά την περίοδο της «ανάπτυξης» όμως η συντριπτική πλειοψηφία είχε λίγα ή και μηδενικά οφέλη, μεγάλο μέρος της οποίας καλλιεργήθηκε από αυτές τις χώρες. Μένει να φανεί και τι θα γίνει στην «ανεπτυγμένη» δύση με τις νέες κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις…

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 19/12/2010)