Κύπρος: Πρώτα χρεοκοπία και μετά διχοτόμηση;

rockefeller_octopus«Δεν είμαστε μόνοι μας» ήταν ένα από τα βασικά προεκλογικά σλόγκαν του εκλογικού επιτελείου του Αναστασιάδη. Προφανώς αυτό είχε να κάνει με τη φιλοξενία των εργασιών της Έκτακτης Συνόδου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που διοργανώθηκε στην Κύπρο από το κόμμα που ηγείται, το ΔΗΣΥ.

Ένα μήνα μετά τις εκλογές και ο λαός της Κύπρου έχει υποστεί κοινωνικό σοκ μετά την επαίσχυντη απόφαση του Γιούρογκρουπ. Η εσωτερική ληστρική πολιτική σε βάρος των εργαζομένων της Κύπρου, που δειλά δειλά είχε ξεκινήσει εν αναμονή της συνομολόγησης του Μνημονίου, μετατράπηκε εν μια νυκτί σε ληστρική επιδρομή από τα γεράκια της τρόικας και κατ’ επέκταση των Βρυξελλών, λεηλατώντας το βασικό πυλώνα της οικονομίας, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα. Όσο θα περνάει ο καιρός, θα τη βιώνει με το χειρότερο τρόπο, καθώς έπεται απότομη απομόχλευση στην οικονομία της, που θα οδηγήσει φυσικά σε απότομη κοινωνική κάθοδο. Ακριβώς το ίδιο θα συνέβαινε και σε μία οικονομία με ισχυρή παραγωγική δομή, αν οι μεγάλες της τράπεζες κατέρρεαν.

Είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι η κυπριακή κοινωνία βιώνει ξανά τις συνέπειες του ταξικού συσχετισμού παγκοσμίως και τη διαπάλη για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Η αρπαγή των ΑΟΖ και η εκμετάλλευση των εργαζομένων θα γίνει με τους όρους των μισθών πείνας που επιβάλλει η τρόικα. Η εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων θα οδηγήσουν την Κύπρο με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερο δανεισμό και περισσότερα χρέη. Ο δε εθνικός πλούτος του λαού θα φυγαδεύεται στις μαύρες τρύπες των φορολογικών παραδείσων. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα είναι η Κύπρος ένας από αυτούς τους «παραδείσους». Και αυτό γιατί οι ΗΠΑ προκρίνουν την ηγεμονία της Γερμανίας στην ευρωπεριφέρεια αναθέτοντάς της την αποστολή της οικονομικής αποδυνάμωσης της Κύπρου για να προωθήσει τα συμφέροντα των μονοπωλίων της στον τομέα της ενέργειας.

Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του πρώην γ.γ. του ΝΑΤΟ και εκπρόσωπο της ΕΕ σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας, Χαβιέ Σολάνα που λίγο πολύ θεωρεί «άνθρωπο κλειδί τον Αναστασιάδη γιατί το 2004 υποστήριξε ένθερμα το Σχέδιο Ανάν» και που «τώρα στο τιμόνι της Κύπρου ίσως ξανανοίξει ο δρόμος για ένα νέο κύκλο διαλόγου και επίλυση της εδαφικής διένεξης που θα έβαζε την Κύπρο ακόμη περισσότερο εντός της ΕΕ και οι οικονομικές συνέπειες λόγω των ενεργειακών αποθεμάτων της θα εκτείνονταν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο».

Το πολυκλαδικό – πολυεθνικό μονοπώλιο, ως βασικός υποκινητής των εξελίξεων στην ΝΑ Μεσόγειο, προτάσσει τη μεταφορά μέσω Τουρκίας των τεραστίων αποθεμάτων φυσικού αερίου στα ανοιχτά της Κύπρου γιατί αποτελεί την πιο οικονομική λύση. Όπως έκανε και στη περίπτωση της κατασκευής του διαδριατικού αγωγού φυσικού αερίου TAP, που η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει με πάθος. Μέχρι και στο σημείο να απειλήσει την κυβέρνηση Σαμαρά ότι αν δεν υπογράψει, θα κάνει τα στραβά μάτια σε περίπτωση που η Τουρκία αντιδράσει βίαια. Σκοπός φυσικά είναι απομονωθεί ενεργειακά από την περιοχή η Ρωσία.

Έτσι η Τουρκία αποκτά σιγά σιγά κυρίαρχη θέση στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, αφού ενεργειακά μετατρέπεται σε παίχτης – κλειδί για το δυτικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Παράλληλα, η στρατηγική συνεργασία Αθήνας – Λευκωσίας – Τελ Αβιβ αποδεικνύεται μια φούσκα. Εύθραυστη ήταν και η «πολυμερής» εξάρτηση της Κύπρου, όπως με έπαρση την χαρακτήριζε η προηγούμενη κυβέρνηση Χριστόφια. Ιδίως έως τώρα που η Ρωσία κρατάει διστακτική στάση.

Δεν υπάρχει ένα κράτος στη σύγχρονη ιστορία που να συμμάχησε με το Ισραήλ και να ευνοήθηκε. Αντιθέτως, όλα έπαιξαν το ρόλο του υπηρέτη, ενώ στο εσωτερικό τους πάντα επικράτησαν πολιτικές και οικονομικές ανισορροπίες. Έπρεπε να περιμένει τρία περίπου χρόνια η συγγνώμη του Νετανιάχου προς τον Ερντογάν για τη δολοφονία των Τούρκων πλοίο «Μαβί Μαρμαρά». Υποτίθεται ότι το Ισραήλ είναι στρατηγικός σύμμαχος της Κύπρου. Μέχρι και οι ΗΠΑ τότε την είχαν καταδικάσει και τώρα πιέζουν για την εξομάλυνση των σχέσεων των δύο συμμάχων τους. Κι όλα συνέβησαν την προηγούμενη εβδομάδα κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Ομπάμα στο Ισραήλ.

Την ίδια ώρα έχει απεμποληθεί η διαχρονική φιλική στάση προς τους αραβικούς λαούς στο όνομα της «στρατηγικής συμμαχίας» με το κράτος – στρατοκράτη, το Ισραήλ. Ο Λίβανος αρνείται να επικυρώσει διά του κοινοβουλίου του τη συμφωνία καθορισμού της ΑΟΖ που υπέγραψε με την Κύπρο το 2006, καθότι η ΑΟΖ Ισραήλ – Κύπρου καταπατάει κυριαρχικά δικαιώματα. Η Αίγυπτος μόλις πρόσφατα ανακοίνωσε ότι δεν αναγνωρίζει την κυπριακή ΑΟΖ, ενώ είναι διατεθειμένη να καθορίσει με την Τουρκία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το «οικονομικό θαύμα» της Κύπρου, που ξεκίνησε στα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 οφείλεται εν πολλοίς σε αραβικά κεφάλαια που εισέρρευσαν λόγω της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Όλες αυτές οι ραγδαίες εξελίξεις οδηγούν για την ώρα την Κύπρο στη διεθνή απομόνωση. Τόσο απομονωμένη δεν υπήρξε ούτε την εποχή του Μακαρίου. Με φόντο την κυπριακή χρεωκοπία είναι πιο ευάλωτη από ποτέ. Πέρα από την απότομη φτωχοποίηση του λαού, κινδυνεύει και η ίδια της η υπόσταση ως ανεξάρτητου κράτους.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ (01/04/2013)

Chipre – ¿La crisis de quién?

España-o-Italia

La crisis económica de Chipre estalló durante el segundo ciclo de recesión en Europa, en 2011, como resultado de las duras políticas de austeridad impuestas en 2010 en la Unión Europea. Es una nueva crisis, provocada por la fallida respuesta a la crisis europea original. Estas políticas eran (y aún son) la base de la divergencia entre el centro y la periferia de Europa, es decir, entre los países del núcleo del euro, con Alemania como economía dominante, y los países mediterráneos.

Los principales problemas de Chipre eran su inflado e insostenible sistema financiero, cuyos activos habían llegado a una cifra ocho veces mayor que el PIB del país, y el riesgo en que se encontraba dicho sistema financiero, enormemente expuesto a la deuda griega. Hay que señalar que los bonos griegos perdieron repentinamente su valor por las condiciones impuestas a Grecia por la Troika –el triunvirato de prestamistas a países de la eurozona, es decir, el Fondo Monetario Internacional (FMI), la Comisión Europea y el Banco Central Europeo– para desbloquear el segundo tramo del rescate en diciembre de 2012. La crisis de Chipre, al igual que la de Islandia, puede describirse como «importada».

El agujero negro de la banca chipriota

La crisis financiera de Chipre no se puede achacar al despilfarro público como en el caso de otros países periféricos, en especial Grecia. El sector bancario chipriota no creció de una forma tan temeraria a un tamaño tan insostenible para servir mejor a las necesidades sociales y económicas de los ciudadanos. A pesar de un déficit y una deuda pública relativamente modestos, Chipre se encuentra en crisis debido al rápido y desatinado crecimiento de su sector financiero, por el que ahora están pagando los chipriotas. Los términos del acuerdo revisado, a pesar de la atención que ha despertado la tasa impuesta a los grandes depósitos, sigue representando una catástrofe económica para el futuro inmediato de Chipre, donde se espera una recesión más extrema y rápida incluso que la que ha afectado a Grecia.

A menudo se dice que la mejor manera de robar un banco es comprarlo. En los últimos años el Banco Laiki y el Banco de Chipre prestaron cientos de millones a sus directivos y accionistas sin pedirles avales ni garantías. Un factor poco conocido pero importante en la crisis bancaria de Chipre fue la inversión y la exposición a los bonos griegos del mercado secundario, que se produjo cuando el modelo chipriota de negocio bancario comenzó a acusar la presión provocada por la reducción del flujo de inversión, causada a su vez por la crisis financiera europea. Los principales bancos chipriotas recurrieron a la deuda soberana griega como estrategia desesperada a la búsqueda de inversiones baratas y rentables, a pesar de los evidentes riesgos de la exposición a Grecia.

Concretamente, el Banco Laiki y el Banco de Chipre, las dos mayores instituciones bancarias de la isla, compraron bonos «tóxicos» griegos en los últimos años, con frecuencia a precios de saldo, mientras los demás bancos europeos intentaban deshacerse de la deuda cada vez más arriesgada de Grecia. En un claro ejemplo, se compraron al Deutsche Bank alemán bonos de deuda soberana griega con un descuento del 18% sobre su valor nominal actuando como intermediario el Banco de Chipre. El Deutsche Bank estaba tan desesperado por vender que había ofrecido una comisión del 5% a cualquier agente que consiguiera colocar esos bonos «tóxicos». Estas catastróficas inversiones, cuyas pérdidas se hicieron patentes cuando los bonos griegos fueron devaluados a la fuerza por el último acuerdo entre Grecia y la Troika, representaron un beneficio de 100 millones de euros para la correduría del Banco de Chipre. Las condiciones revisadas del rescate de Grecia acordados por la Troika en diciembre impusieron una esperada «quita» a los tenedores de deuda griega, forzando a los bancos chipriotas a aceptar grandes pérdidas. Esta fue la puntilla para los irresponsables titanes financieros de Chipre. Todo el mundo, tanto en el ámbito local como en el internacional, esperaba que se produjeran pérdidas en los bonos griegos, y aún así, el banco central de Chipre las menospreció. Cuando la quita se hizo inevitable, ambos bancos se desplomaron.

Una crisis anunciada

Los rumores generalizados sobre la tasa impuesta a los depósitos, que se han negado sistemáticamente estos últimos meses, se han demostrado ciertos. La razón para negarlos era, por supuesto, que Italia y España corren el riesgo de seguir el mismo patrón de crisis, y el mecanismo de apoyo europeo existente carece de medios para devolver una deuda potencial de semejante tamaño. Por eso se tomó la decisión de penalizar a los ahorradores chipriotas, sin importar lo pequeños que fueran sus depósitos.

Debería aplaudirse el rechazo del parlamento chipriota a esta «quita forzada» de los depósitos porque salvó a los pequeños ahorradores de Chipre y por supuesto, de otros países europeos, garantizando que se respeten los depósitos de hasta 100 000 €. Como era de esperar, tras el rechazo del parlamento los ministros de finanzas de la eurozona volvieron al principio básico de que la recapitalización de los bancos debe llevarse a cabo tomando una parte de los grandes depósitos, lo que no obstante conducirá a una total hecatombe en la economía chipriota. De nada vale que la reciente decisión de la Troika eluda la necesaria aprobación del parlamento chipriota porque se refiere a los depósitos sin asegurar.

A pesar de su complicidad con la Troika, el FMI ha sido muy elogiado por su cada vez más frecuente insistencia en la necesidad de un mayor realismo por parte de la eurozona, sobre todo en lo que concierne a la sostenibilidad del explosivo crecimiento de la deuda en los países rescatados. Lejos de esta imagen de institución pragmática, neutral y fiable, el FMI –junto con sus socios de la Troika– respaldó el absurdo acuerdo inicial que violaba la garantía europea que protege los depósitos de los pequeños ahorradores e incluso puso momentáneamente en riesgo la estabilidad de todo el sistema bancario europeo. Por el contrario, la única posición perceptible que tomó el FMI fue presionar para que se incluyeran en el presupuesto del estado los futuros beneficios de los depósitos de gas natural de la isla, consagrando estos recursos aún desconocidos a satisfacer la deuda chipriota. Por supuesto, el gobierno de Chipre sucumbió a estas presiones.

Endosar al pueblo chipriota un préstamo de 10 000 millones de euros de la Troika, equivalente a un 60% del PIB de Chipre anterior a la crisis, y expropiar 7 600 millones de euros de los fondos de pensiones es, desde luego, la solución más dolorosa para los ciudadanos. La única solución que puede garantizar su futuro es la quiebra sin paliativos de los fallidos bancos chipriotas y la incorporación a la política del país del modelo islandés, estableciendo un marco de control público y social para garantizar los depósitos de los trabajadores, no los de inversores y especuladores internacionales, cuyos intereses parecen tener un lugar primordial en las discusiones sobre el futuro de Chipre. La nacionalización de los beneficios del petróleo y el gas y su utilización para satisfacer las necesidades sociales podría ser una significativa medida de apoyo en esta difícil tarea.

Lo que está claro es que esta deuda se originó por las decisiones especulativas e interesadas de los «banksters» (banqueros sin escrúpulos). Esta es la razón por la que también es esencial cancelar el memorándum firmado con la Troika. Es imperativa la creación de un comité auditor destinado a cancelar la deuda nacional. La creación de este comité, que examinaría la fuente y legitimidad de toda la deuda pública es también una justa exigencia democrática del pueblo chipriota, que soporta el mayor peso de la crisis y reclama conocer sus verdaderas causas.

Petros Kosmas es un científico especial de la Universidad Tecnológica de Chipre, y miembro de la Iniciativa Chipriota para un Comité Auditor de la Deuda.

Fuente: Plataforma Auditoría Ciudadana de la Deuda

Cyprus – whose crisis?

Pushpin in map, Cyprus

The economic crisis in Cyprus erupted during the second cycle of the European recession of 2011 as a result of harsh austerity policies imposed since 2010 in Europe. It is a new crisis born out of a failed response to the original European crisis. These policies were (and still are) a basis for the divergence between Europe’s centre and periphery, meaning the countries of the core of the eurozone, with Germany being the dominant economy, and those of the southern Mediterranean.

Cyprus’s main problems were its inflated and unsustainable financial system, whose assets had reached eight times the GDP of the country, and the riskiness of the financial system that was exposed overwhelmingly to Greek bonds. It is worth noting that Greek bonds suddenly lost their value because of the lending terms imposed upon Greece by the Troika – the triumvirate of lenders to Eurozone countries including the IMF, European Commission and European Central Bank, in December 2012. The crisis in Cyprus, just as in the case of Iceland, can be characterised as ‘imported’.

Cyprus’s banking black hole

Cyprus’s financial crisis cannot be characterised as one of public profligacy as other periphery countries have been accused of, in particular Greece. Cyprus’s banking sector did not grow so recklessly and to an unsustainable size in order to best serve Cypriots’ social and economic needs. Despite relatively modest public debt and deficits, Cyprus is now in crisis due to the private financial sector’s rapid and ultimately unsustainable growth, for which Cypriot citizens are now paying. The terms of the revised agreement, despite the focus on levying a deposit tax only on large deposits, still represents an economic catastrophe in Cyprus’s near future, where a downturn more extreme and sudden than even that which has afflicted Greece is now expected.

It is often said that the best way to rob a bank is to buy one.   During the last few years, Laiki Bank and Bank of Cyprus lent billions to members of their boards and shareholders without receiving the required collateral and guarantees1. A little-understood but important contributing factor to the Cypriot banking crisis was the investment in and exposure to Greek bonds from the secondary market as Cyprus’s banking business model began to feel the strain of reduced investment flows, due to the European financial crisis unfolding around it. Cyprus’s major banks turned to Greek sovereign debts as a desperate strategy to find cheap but profitable investments, despite the obvious risks from exposure to Greece.

Laiki Bank and Bank of Cyprus, Cyprus’ two major banking institutions, in particular bought ‘toxic‘ Greek bonds in the last few years, often at a discounted value as other European banks sought to divest themselves of the increasingly risky debts of Greece. In one prominent example, Greek sovereign bonds were purchased at an 18 per cent discount to their nominal value through the brokerage of Bank of Cyprus, from Germany’s Deutsche Bank. Deutsche was so desperate to sell that it had even offered 5 per cent commission to any agents who succeeded in selling these ‘toxic’ bonds. This catastrophic investment, whose losses were realized once Greek bonds were forcibly devalued by Greece’s latest Troika deal, represented €100 million euros of revenue for Bank of Cyprus’ brokerage company. Greece’s revised bailout conditions that were agreed by the Troika in December imposed a widely expected ‘haircut’ on holders of Greek bonds, forcing the Cypriot banks to accept major losses. This was the death-knell for Cyprus’s irresponsible financial titans. The likely losses on Greek bonds were widely identified in advance both locally and internationally, yet the Cypriot central bank dismissed them. When the haircut was inevitably applied, both banks collapsed.

A crisis foretold

The widespread rumours, denied during the last few months, concerning the cutting off of deposits have now been vindicated. The reason for denial is of course that Italy and Spain risk following this crisis pattern and the existing European support mechanism lacks the required surplus to repay such a potentially massive debt.  Hence the decision was made to penalise all Cypriot deposits-holders, no matter how small the size of their deposit.

 The rejection of this «forced cutting off» of deposits by Cyprus’s parliament should be applauded because it saved small savers in Cyprus and of course in other European countries, ensuring guarantees for deposits up to €100.000 are respected. Of course after the rejection from parliament, the group of eurozone finance ministers returned to the basic principle that the recapitalisation of banks will be accomplished by wiping out a portion of larger deposits, which will nevertheless lead to thorough devastation of the Cypriot economy. It is worth noting that the recent decision of the Troika bypasses the need for approval by the Cypriot parliament because it relates to uninsured deposits.

Despite its complicity in the Troika, the IMF has been widely lauded as it has increasingly gone public with the need for greater realism in the eurozone, in particular about the sustainability of the explosive growth of debt in bailed-out countries. Far from this image of a pragmatic, neutral and credible institution, the IMF – along with its Troika partners – endorsed the nonsensical initial agreement that violated the Europe-wide guarantee protecting small savers’ deposits, and even momentarily risked the stability of the entire European banking system. Instead, the only discernible position the Fund took was to push for the future revenues from Cypriot natural gas deposits to be included into the state budget, dedicating these un-tapped resources as revenues to service Cypriot debt. Of course, the Cypriot government succumbed to those pressures.

To saddle the Cypriot people with a €10 billion loan from the Troika, equivalent to 60 per cent of Cyprus’s annual GDP prior to the crisis, and to expropriate €7.6 billion from the pension funds is of course the most painful solution for the Cypriot people. The only solution that can guarantee their future is the unhindered bankruptcy of the failed Cypriot banks and the incorporation into Cypriot policy of the Iceland model, by establishing a framework for public and social control in order to guarantee the deposits of working people, not international investors and speculators whose interests seem to be paramount in discussions of Cyprus’s future. The nationalisation of oil and gas revenues and their utilisation for social needs could be a significant supporting measure in this difficult endeavour.

It is crystal clear that this debt was created by the speculative and self-interested choices of the ‘banksters’. This is the reason why the cancellation of the memorandum signed with the Troika is also vital. The creation of an an Audit Committee aiming to cancel the repayment of the Cypriot debt is imperative. The creation of such a Commission to examine the source and legitimacy of all public debt is also a legitimate democratic demand of all of the ordinary people in Cyprus who are bearing the burden of the crisis and demand to know its true causes.

Bretton Woods Update No. 85

Να χρεοκοπήσουν οι τράπεζες και όχι οι λαοί!

Η Κύπρος σε Μνημόνιο

Το «Όχι» στο αναγκαστικό κούρεμα των καταθέσεων φυσικά πρέπει να χαιρετιστεί και να στηριχθεί ως δείγμα ανυπακοής και αντίστασης κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως κατά του σκληρού πυρήνα της ζώνης του ευρώ.

Από την άλλη όμως, δεν παύει να είναι σημάδι ταλάντευσης της κυπριακής αστικής τάξης, ανάμεσα στην ευθυγράμμιση με το μοντέλο ανάπτυξης που προτείνει η Γερμανία και η ΕΕ και στην υπεράσπιση του υφιστάμενου παρασιτικού μοντέλου, δηλαδή αυτού ενός φορολογικού παραδείσου και των τραπεζικών πλυντηρίων που εκφράζεται μέσω της συμπόρευσης με τη Ρωσία.

Ο κυπριακός λαός δεν έχει πια συμφέρον να αποδεχτεί ούτε το ένα μοντέλο ανάπτυξης, ούτε το άλλο. Ιδίως τώρα με τις νέες εξελίξεις. Όπως δεν έχει συμφέρον να αποδεχτεί ούτε τη μία, ούτε την άλλη μορφή εξωτερικού δανεισμού. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, διαφορές που αφορούν στα αστικά συμφέροντα και πιο συγκεκριμένα στη διάσωση των χρεωκοπημένων τραπεζών και την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων.

Ο κυπριακός λαός και τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να διαλέξουν, όπως η αστική τάξη, την ιμπεριαλιστική σημαία υπό την οποία θα τεθούν για να προστατέψουν και αυτά τα συμφέροντά τους. Η Κύπρος για τη Γερμανία, τη Ρωσία και τις χώρες της ΕΕ αποτελεί πεδίο ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με κοινό παρονομαστή την πολιτική και υλική απαξίωση της εργασίας και την εθνική υποτέλεια.

Και το ένα δάνειο και το άλλο θα επιφέρουν δεινά στον κυπριακό λαό. Θα του αφαιρέσουν τη δημόσιο εθνικό πλούτο που επί δεκαετίες ο ίδιος δημιούργησε. Θα του μειώσουν τους μισθούς και θα καταρρακώσουν το ασφαλιστικό σύστημα. Επιπλέον, θα ραπίσει την εθνική του ανεξαρτησία, για την οποία δεκαετίες παλεύει συρρικνώνοντας την ίδια του τη δημοκρατία.

Το να χρεωθεί ο κυπριακός λαός ένα δάνειο 10 δισ. από την τρόικα και να του υπεξαιρέσουν 6-7 δις από τα ασφαλιστικά του ταμεία φυσικά αποτελεί την πιο επώδυνη λύση γι’ αυτόν. Η μόνη λύση που μπορεί να τον διασφαλίσει μελλοντικά είναι η ανεμπόδιστη χρεωκοπία των τραπεζών. Σε πρώτο στάδιο να ενσωματώσει στη δική της πραγματικότητα ένα μοντέλο τύπου Ισλανδίας, με τη θέσπιση πλαισίου για το δημόσιο κοινωνικό έλεγχό τους. Αυτό όμως προϋποθέτει την έξοδο της Κύπρου από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα πλήξει βάναυσα τα εργατολαϊκά στρώματα. Αρωγός σε αυτό το ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα είναι η εθνικοποίηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου με τα έσοδα να πηγαίνουν στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, (23/03/2013)

Οι Ισλανδοί κέρδισαν, εμείς τι θα κάνουμε;

Yπάρχουν και άλλα μονοπάτια πέρα από τον μονόδρομο που προστάζει ότι το μόνο δίκαιο είναι το δίκαιο των τραπεζών.

Yπάρχουν και άλλα μονοπάτια πέρα από τον μονόδρομο που προστάζει ότι το μόνο δίκαιο είναι το δίκαιο των τραπεζών.

ΙΣΛΑΝΔΙΑ

Νέα νίκη καταγράφηκε πρόσφατα στο ενεργητικό των Ισλανδών Βίκινγκς. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (EFTA) με απόφαση του δικαιώνει την Ισλανδία στην απόφαση της να μην καταβάλει τις αποζημιώσεις σε Ολλανδία και Μεγάλη Βρετανία αντίστοιχα. Είχε προηγηθεί προσφυγή από τη Χάγη και το Λονδίνο απαιτώντας από την ισλανδική κυβέρνηση να καταβάλει αποζημιώσεις σε βρετανούς και ολλανδούς καταθέτες που είχαν τζογάρει τα χρήματα τους στην Ice Save Bank που χρεωκόπησε. Ποσά τα οποία αναγκάστηκαν να τα δώσουν σε Ολλανδία και Βρετανία οι ίδιοι. Με άκρως προκλητικό τρόπο στην υπόθεση ενεπλάκη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την αιτιολογία ότι θίγεται μία ευρωπαϊκή οδηγία που κάνει λόγο «για την εγγύηση των καταθετών και τους κανόνες μη διακριτικής μεταχείρισης τους».

Τί όμως αποφάνθηκε το δικαστήριο προκειμένου να δικαιώσει πανηγυρικά την Ισλανδική κυβέρνηση; Καταρχήν με την μη καταβολή των αποζημιώσεων από πλευράς Ισλανδίας, δεν παραβιαζόταν οι οδηγίες που προβλέπονται για την εγγύηση των καταθέσεων από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η απόφαση του δικαστηρίου «ένα κράτος που το σύστημα καταθέσεων του δεν είναι σε θέση να μπορεί να βγάλει σε πέρας τις υποχρεώσεις του λόγω συστημικής κρίσης (!!!), παύει να έχει την υποχρέωση αυτό και οι αρχές του να εξασφαλίσουν την αποζημίωση προς τους πιστωτές».

Η απόφαση του δικαστηρίου γύρισε μπούμερανγκ προς το Λονδίνο, τη Χάγη αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τώρα η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βρίσκεται σε δυσμενή θέση καθότι η απόφαση του δικαστηρίου Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών δημιούργησε δικαστικό προηγούμενο. Μέχρι και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς χαρακτηριστικά έγραφαν την προηγούμενη εβδομάδα ότι η «απόφαση μπορεί να έχει και επεκτάσεις εντός του κόλπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και καλό είναι «να περάσει απαρατήρητη η απόφαση που δημιουργεί προηγούμενο για εθνική νομολογία από κράτη όπως η Ισπανία και η Ελλάδα».

Όπως και να έχει η απόφαση αυτή αποτελεί ένα επιπλέον χαστούκι –σε θεσμικό επίπεδο πάντα- για τους πολιτικούς υπηρέτες του διεφθαρμένου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Φυσικά η δικαίωση των Ισλανδών δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση. Και αυτό γιατί υπάρχουν αρκετά δείγματα γραφής στο πρόσφατο παρελθόν, που καλό είναι να γίνει μία υπενθύμιση για να δειχτεί ότι υπάρχουν και άλλα μονοπάτια πέρα από τον μονόδρομο που προστάζει ότι το μόνο δίκαιο είναι το δίκαιο των τραπεζών.

Πριν σχεδόν δύο χρόνια το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος μάζεψε υπογραφές ζητώντας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Ισλανδίας να μην υπογράψει τον νόμο που ψήφισε η Βουλή τους και που πρόβλεπε να πληρώσει όλος ο ισλανδικός λαός τους Άγγλους και Ολλανδούς καταθέτες της ισλανδικής ηλεκτρονικής τράπεζας Ice Save. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν ο ισλανδικός λαός να διακηρύξει «Δεν πληρώνω», συντρίβοντας τους ξένους πιστωτές! Έτσι, ο ισλανδικός λαός δεν κατέβαλε το… ένα τρίτο του ΑΕΠ του και μάλιστα με τόκο 5,5%. Ασήμαντο ήταν το ποσό του ισλανδικού χρέους ύψους 3,5 δισ. ευρώ συγκριτικά με τα μεγέθη της Ολλανδίας και της Μεγάλης Βρετανίας αντίστοιχα. Παρόλα αυτά σε καμιά περίπτωση ο κυρίαρχοι κύκλοι δεν επιθυμούσαν ένα κράτος -που πληθυσμιακά  είναι το μισό της Κυπριακής Δημοκρατίας- να δώσει το «κακό» παράδειγμα. Μετά από αυτό οι Ισλανδοί άφησαν τις ιδιωτικές τους τράπεζες να χρεοκοπήσουν και τις εθνικοποίησαν, αναγνωρίζοντας όλες τις καταθέσεις των Ισλανδών πολιτών ώστε κανένας Ισλανδός να μη χάσει ούτε μία κορόνα από τις καταθέσεις του. Ακολούθησε υποτίμηση της ισλανδικής κορόνας έναντι του που μείωσε τις εισαγωγές και αύξησε τις εξαγωγές με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο της Ισλανδίας να παρουσιάζει σήμερα πλεόνασμα. Επίσης, το δημόσιο χρέος, το οποίο είχε εκτιναχθεί στο 115% του ΑΕΠ οδεύει προς το 80% του ΑΕΠ μέχρι το 2015.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα Φιλελεύθερος, 10/02/2013)

Υποταγή του ΑΚΕΛ στον δρόμο του Μνημονίου

left or right

Λίγες μέρες μετά τη συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης Χριστόφια και της τρόικας, η ολομέλεια της κυπριακής Βουλής υπερψήφισε 24 μνημονιακά νομοσχέδια. Δεν χρειάστηκαν ούτε καν 30 λεπτά για την ψήφισή τους. Γεγονός που αποτελεί νέο «ρεκόρ γκίνες» στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Σημειωτέον ότι η πλειοψηφία των νομοσχεδίων ψηφίστηκε ομόφωνα. Μόνο τρία νομοσχέδια ψηφίστηκαν κατά πλειοψηφία. Μεταξύ αυτών που κράτησαν αρνητική στάση ήταν ο ανεξάρτητος βουλευτής Ζ. Κουλία, γνωστός για τις ακροδεξιές του θέσεις και o πραξικοπηματίας Ν. Κουτσού, του ακροδεξιού ΕΥΡΩΚΟ.

Είναι πραγματικά απογοητευτικό να βλέπει κανείς κομμάτια της άκρας Δεξιάς να καταψηφίζουν κάποια από τα αντιλαϊκά μέτρα και να μην παρουσιάζεται έστω ένας «αντάρτης» από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΑΚΕΛ. Κάποιος από την κοινοβουλευτική ομάδα που να σεβαστεί τις όποιες αξίες και ιδανικά έχουν απομείνει από την ιστορία του ΑΚΕΛ.

Αντ’ αυτού, ο γ.γ. του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού έκανε έκκληση να παραμείνουν όλοι σοβαροί και υπεύθυνοι και να χειριστούν τα ζητήματα στο διαμορφωμένο πλέον πλαίσιο της συναίνεσης. Η συγκεκριμένη δήλωση έγινε μετά από τη συνάντηση που είχε με αντιπροσωπεία από την οικονομική επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ και η οποία αποτελείτο από τον βουλευτή και καθηγητή Γιώργο Σταθάκη και τον καθηγητή Σπύρο Λαπατσιώρα.

Πρόκειται για δύο αντιπροσώπους του ΣΥΡΙΖΑ που μοιράζουν δεξιά –κι όχι αριστερά– διαπιστευτήρια στους κυρίαρχους κύκλους, προετοιμάζοντας το έδαφος προκειμένου να γίνουν κυβέρνηση. Ιδίως ο τελευταίος διαφημίζει συνεχώς το τελευταίο διάστημα το παράδειγμα της αριστερής κυβέρνησης Χριστόφια. Κατά τον καθηγητή Σ. Λαπατσιώρα η διαπραγμάτευση με την τρόικα θεωρείται επιτυχής και επιτρέπει την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Για πού και για ποιους όμως; Είναι γνωστό ότι η κρίση της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, που μαίνεται από το 1973, έχει περάσει σε μια νέα, πολύ πιο άγρια φάση. Σε ένα τέτοιο τοπίο η λογική του «ήπιου» Μνημονίου αποτελεί την απαρχή για το σάρωμα οποιασδήποτε κατάκτησης του εργατικού κινήματος. Αυταπατάται κανείς αν θεωρεί ότι αυτό το είδος σοσιαλδημοκρατίας –που βρίσκεται στο επίπεδο του τακτικισμού–- είναι σε θέση να σταθεί. Άμεση συνέπεια είναι η ενσωμάτωση των οργανωμένων φορέων της εργασίας στο κεφαλαιακό κατεστημένο, υποθηκεύοντας τον πλούτο του κόσμου της εργασίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συνένοχη στάση αποχής της ΠΕΟ (ΑΚΕΛ) και της ΣΕΚ (ΔΗΣΥ) από τις κινητοποιήσεις επ’ αόριστο των εργαζομένων στους ημικρατικούς, έως ότου ανακληθεί η απόφαση που προβλέπει τη δανειοδότηση προς το κράτος ύψους 200 εκατ. ευρώ, από τα ταμεία συντάξεων των εργαζομένων της Σίτα και της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ).

Είναι δεδομένο ότι στο μέλλον το κυπριακό χρέος θα είναι μη βιώσιμο. Αυτό θα οδηγήσει σε κούρεμα των κυπριακών ομολόγων στα πρότυπα του ελληνικού PSI με αποτέλεσμα ο μόχθος των εργαζομένων στις ημικρατικές να θυσιαστεί.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 22/12/2012)

Ο πρόεδρος του Μνημονίου

xristofkias

Με δάκρυα στα μάτια ο Δημήτρης Χριστόφιας ανήγγειλε και επισήμως την υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς Μνημονίου. Πολιτικό ρέκβιεμ για τον πρόεδρο του ΑΚΕΛ.

Ένα παλιό ρητό λέει ότι «δύο είναι οι τρόποι για να υποδουλώσεις έναν λαό, ο πρώτος είναι με το σπαθί και ο δεύτερος με το χρέος». Στην περίπτωση της Κύπρου θα ισχύσουν πλέον και τα δύο. Έχοντας ήδη απολέσει το 38% της εθνικής της κυριαρχίας από την Τουρκία και την Αγγλία, η Κύπρος με την υπαγωγή της σε καθεστώς Μνημονίου θα δει το δημόσιο χρέος της από το χαμηλό 71,6% επί του ΑΕΠ, να ξεπερνάει το 175%(!!!) του ΑΕΠ της. Και αυτή είναι πρόβλεψη από την ίδια την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία και το οποίο θα προκύψει από το συνολικό ύψος των δανείων που θα είναι τα 17,5 δισ. ευρώ, όσο δηλαδή είναι το μέγεθος της πραγματικής οικονομίας της Κύπρου.

Στο μεταξύ, με την ψυχολογία του υποταγμένου εμφανίστηκε ο πρόεδρος Χριστόφιας στο διάγγελμα που απηύθυνε προς τον κυπριακό λαό, επισημοποιώντας την απόφασή του να θέσει την Κύπρο σε καθεστώς Μνημονίου. «Η αλόγιστη έκθεση των κυπριακών τραπεζών στα ελληνικά ομόλογα» είναι η κύρια αιτία για τον πρόεδρο Χριστόφια της κατάρρευσης της κυπριακής οικονομίας. Χωρίς όμως να εξηγεί ότι αυτή ήρθε από το περιβόητο PSI στην Ελλάδα, το όποιο η ίδια η κυπριακή κυβέρνηση το υπέγραψε. Ο υπερδιογκωμένος χρηματοπιστωτικός τομέας, ο οποίος εδώ και δεκαετίες είναι οκτώ φορές μεγαλύτερος από την πραγματική οικονομία, δεν φάνηκε ποτέ να τον ενοχλεί. Ούτε ότι κατά καιρούς στην Κύπρο έβρισκε διέξοδο ο υπεξαιρεμένος δημόσιος πλούτος άλλων λαών, όπως για παράδειγμα αυτών της πρώην ΕΣΣΔ.

Την αμέσως επόμενη ημέρα εμφανίστηκε στο βήμα του 26ου Συνεδρίου της Παγκύπριας Εργατικής Ομοσπονδίας. Με δάκρυα στα μάτια δήλωσε στον χαιρετισμό του «περήφανος για τις αξίες και τα ιδανικά με τα οποία γαλουχήθηκε στις γραμμές του ΑΚΕΛ και της ΠΕΟ». Αξίες και ιδανικά που θυσιάστηκαν στο βωμό της «προοδευτικής» παραλλαγής της αστικής πολιτικής και της συναίνεσης που ακολούθησε. Στην πενταετή διακυβέρνησή του ουκ ολίγες φορές δήλωσε ότι πρέπει να αποφεύγονται οι απεργίες, καλώντας τα συνδικάτα να επιδεικνύουν υψηλό αίσθημα ευθύνης. Τώρα ζητάει και τα εύσημα από τα συνδικάτα δηλώνοντας ότι αν αναλάμβαναν «τη διαχείριση της κατάστασης οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, οι επιπτώσεις πάνω στους εργαζόμενους θα ήταν ολέθριες». Ξεχνάει ότι ο ίδιος έφερε την τρόικα και ότι μετά το πρώτο Μνημόνιο, έρχεται ένα –πολύ πιο σκληρό– δεύτερο και τρίτο.

«Έγνοια μας ήταν και είναι από τη μια η θωράκιση της κυπριακής οικονομίας, αλλά και η όσο το δυνατό πιο δίκαιη κατανομή των βαρών της κρίσης». Οι αντιφάσεις αυτές τον οδήγησαν τον ίδιο και το κόμμα του να ακολουθήσει τον δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αναλαμβάνοντας κιόλας καθήκοντα προέδρου. Η υπακοή στους σκληρούς όρους της ευρωζώνης τον έφεραν στο στρατηγικό αδιέξοδο να βάλει την υπογραφή του στο Μνημόνιο, στρώνοντας το κόκκινο χαλί στον δεξιό Νίκο Αναστασιάδη να τηρήσει το δόγμα του.

«Στηρίζοντας τις τράπεζες στηρίζεται η οικονομία», είναι ο τίτλος τέλους της πενταετούς διακυβέρνησής του.

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 09/12/2012)