Λύση με το μαχαίρι στο λαιμό

Το Σχέδιο Ανάν με τα ρούχα ενός άλλου

Το Σχέδιο Ανάν με τα ρούχα ενός άλλου

Με την μορφή του κατεπείγοντος καλούνται οι εκπρόσωποι των δύο κοινοτήτων Αναστασιάδης και Έρογλου να συνομιλήσουν και να συμφωνήσουν σε μια κοινή πρόταση για τη λύση του κυπριακού. «Ο πραγματικός στόχος δεν είναι η δημιουργία μιας νέας ομόσπονδης στέγης στην Κύπρο, αλλά η φθηνή μεταφορά αερίου», γράφει ο τ/κ δημοσιογράφος Σενέρ Λεβέντ στην εφημερίδα ο Πολίτης.

Ο «άνθρωπος κλειδί», όπως τον είχε χαρακτηρίσει και ο πρώην ΓΓ του ΝΑΤΟ και εκπρόσωπο της ΕΕ σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας, Χαβιέ Σολάνα, για την λύση δεν είναι άλλος από τον Αναστασιάδη. Γιατί όπως είχε αναφέρει πριν κάποιους μήνες για τον άνθρωπο κλειδί του ε/κ κεφαλαίου, «το 2004 υποστήριξε ένθερμα το Σχέδιο Ανάν» και «που στο τιμόνι της Κύπρου θα ξανανοίξει ο δρόμος για την λύση που θα βάλει την Κύπρο ακόμη περισσότερο εντός της ΕΕ».

Το ΑΚΕΛ, από την άλλη, δια στόματος του ΓΓ του δηλώνει ότι δεν θα στηρίξει μια λύση η οποία θα δένει την Κύπρο στο ΝΑΤΟ. Είναι αλήθεια ότι η θέση της μη ένταξης στο ΝΑΤΟ αποτελούσε για το ΑΚΕΛ το αντιστάθμισμα στις υποχωρήσεις που έκανε στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, στην ΟΝΕ και στο μνημόνιο. Πλέον έφτασε ο καιρός να δείξει και στη πράξη την θέση του για την ένταξη στο ΝΑΤΟ καθότι αυτό επιβάλει η λύση.

Το δεδομένο είναι ότι οι συνομιλίες δεν είναι παράγωγο προσέγγισης της ε/κ και τ/κ κοινότητας, αλλά προϊόν εκβιαστικών πιέσεων. Όπως και το Μνημόνιο, που αφού υποθήκευσε το ταξικό ζήτημα, θα αποτελέσει τον πολιορκητικό κριό για το ΝΑΙ υποθηκεύοντας και το εθνικό. Όπως γράφτηκε στο κυπριακό μέσο Άστρα επικαλούμενο διαρροές από διπλωματικές πήγες της Νέας Υόρκης, «σε περίπτωση που οι δυο πλευρές δεν επιδείξουν βούληση για λύση του κυπριακού, ο διεθνής παράγοντας δεν θα προσφέρει πλέον καμία βοήθεια με όλα τα συνεπακόλουθα».

Ήδη υπάρχουν συμφωνίες για την κατασκευή αγωγού που θα συνδέει την Κύπρο με την Τουρκία και θα μεταφέρει το φυσικό αέριο από τη Μεσόγειο στην Ευρώπη μέσω της ΑΟΖ της Κύπρου. Αυτές αφορούν προς το παρόν δύο ενεργειακά μονοπώλια, την ισραηλινή εταιρεία Delek και την τουρκικής Zorlu Energy και αναμένεται η προσθήκη σε αυτές της αμερικανικής Noble Energy. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να βρεθεί μία λύση στο κυπριακό που να εξυπηρετεί αυτές τις συμφωνίες, αυξάνοντας την πιθανότητα δημιουργίας μιας εύθραυστης ισορροπίας στη περιοχή.

Μόνο απαξίωση και απόρριψη πρέπει να επιδείξει ο κυπριακός λαός σε αυτούς που χαράζουν τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και την ιμπεριαλιστική ειρήνη, για να εξυπηρετήσουν με δουλοπρέπεια τα ενεργειακά μονοπώλια. Υπό αυτό το πρίσμα και μόνο, ποιοι είναι οι εχθροί της ειρήνης; αυτοί που λένε ΟΧΙ στην κατεπείγον λύση που προτάσσουν οι πολιτικοί εκπρόσωποι των πολυεθνικών του φυσικού πλούτου που πρώτα διαμελίζουν έναν λαό και μετά του επιβάλουν μια λύση συνομοσπονδίας διαιωνίζοντας τους ανταγωνισμούς; ή αυτοί που λένε ΝΑΙ χωρίς να συνυπολογίζουν τους παραπάνω παράγοντες;

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 23/2/2013)

Όχι στη λύση με όρους Μνημονίου

nato

ΚΥΠΡΟΣ

Με συντονισμένο τρόπο διαμορφώνονται τα έως τώρα δεδομένα στο Κυπριακό. Ιδίως μετά και τις ταυτόχρονες δηλώσεις του Ευρωπαίου Επιτρόπου Όλι Ρεν και του Τούρκου προέδρου Αμπντουλάχ Γκιούλ. Όλως τυχαίως, την ίδια μέρα και στο ίδιο μήκος κύματος έκαναν λόγο για «λύση», με αφορμή την οικονομική κρίση στην Κύπρο. Η οικονομική επιβίωση της Κύπρου περνάει μέσα από την επίλυση του Κυπριακού.

Ανάλογα συντονίστηκε και το ντόπιο κεφάλαιο που πατρίδα δεν κοιτά. Είτε αυτό είναι ελληνοκυπριακής καταγωγής, είτε τουρκοκυπριακής. Η «πράσινη γραμμή» που (υποτίθεται) υπάρχει ανάμεσα σε αυτό καταργείται και τα οδοφράγματα που  «διαχωρίζουν» τα συμφέροντα της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής αστικής τάξης πέφτουν. Απευθύνοντας χαιρετισμό στη Γενική Συνέλευση της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ) Κύπρου, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Τουρκοκύπριων επιχειρηματιών (ISAD) Μετίν Σιαντί τόνισε ότι «οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι επιχειρηματίες πρέπει να ενώσουν τα χέρια και να συνεργαστούν για τη λύση του Κυπριακού». Στη συνέχεια εξέφρασε «την αλληλεγγύη των Τουρκοκύπριων επιχειρηματιών με αφορμή την οικονομική κρίση και ότι η συγκεκριμένη χρονική στιγμή υπαγορεύει την επίλυση του Κυπριακού… Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται επίδειξη κατανόησης και συμπάθειας και από τις δύο πλευρές», προσθέτοντας ότι «αυτό είναι η μεγαλύτερη αρετή της παρούσας ηγεσίας της ελληνοκυπριακής κοινότητας», φωτογραφίζοντας την κυβέρνηση Αναστασιάδη. Σε αυτή τη βάση η κυβέρνηση Αναστασιάδη θα εντάξει την Κύπρο στον Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, ενώ η εξάρτηση από το Ισραήλ θα είναι συνδετικός κρίκος με την Τουρκία.

Η Τουρκία θεωρείται πλέον παίχτης κλειδί για τη θέση του δυτικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου. Και αυτό γιατί πρώτον προκρίνεται η μεταφορά του φυσικού αερίου μέσω Τουρκίας καθότι είναι και η πιο συμφέρουσα λύση. Δεύτερον, σε ενδεχόμενη ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη Δαμασκό, προβλέπεται να γίνει χρήση στρατιωτικών βάσεων εντός των συνόρων της. Όμως θα διεκδικήσει και κάποια ανταλλάγματα, ισχυροποιώντας τη θέση της στο Κυπριακό. Φυσικά, δεν θα μείνει και αμέτοχη στην εκμετάλλευση των θαλάσσιων οικοπέδων της Κύπρου. Με λίγα λόγια αυτή η περίοδος μπορεί να θεωρηθεί πλέον ως το πρώιμο στάδιο μίας επικείμενης λύσης του Κυπριακού που θα παραπέμπει σε ένα νέο σχέδιο Ανάν. Αλλά με πολύ πιο αντιδραστικούς όρους για τους λαούς της περιοχής. Χωρίς τη διενέργεια δημοψηφισμάτων και με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι. Οι δυνάμεις του ντόπιου κεφαλαίου συσπειρώνονται για να προασπίσουν τα συμφέροντά τους.

Τον ίδιο δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσουν οι λαοί της περιοχής. Για την προάσπιση των δικών τους συμφερόντων θα πρέπει να ξεπεραστεί σύντομα ο διχασμός που υπάρχει από το 2004 μεταξύ του ρεύματος του κοσμοπολίτικου «ναι» και αυτό του διεθνιστικού και πατριωτικού «όχι». Απαραίτητη είναι η αντιδιαστολή με το αστικό και εθνικιστικό «όχι». Στο πλαίσιο της κοινής συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της περιοχής να απορριφθεί οποιοδήποτε σχέδιο πάει να επιβληθεί. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτό θα εξυπηρετήσει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια των μονοπωλίων, μέσω της αρπαγής και εκμετάλλευσης των ΑΟΖ και των εργαζομένων. Με όρους μισθών πείνας και φτώχειας, όπως ακριβώς επιβάλλουν τα μνημόνια.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 26/05/2013)

Κύπρος: Πρώτα χρεοκοπία και μετά διχοτόμηση;

rockefeller_octopus«Δεν είμαστε μόνοι μας» ήταν ένα από τα βασικά προεκλογικά σλόγκαν του εκλογικού επιτελείου του Αναστασιάδη. Προφανώς αυτό είχε να κάνει με τη φιλοξενία των εργασιών της Έκτακτης Συνόδου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που διοργανώθηκε στην Κύπρο από το κόμμα που ηγείται, το ΔΗΣΥ.

Ένα μήνα μετά τις εκλογές και ο λαός της Κύπρου έχει υποστεί κοινωνικό σοκ μετά την επαίσχυντη απόφαση του Γιούρογκρουπ. Η εσωτερική ληστρική πολιτική σε βάρος των εργαζομένων της Κύπρου, που δειλά δειλά είχε ξεκινήσει εν αναμονή της συνομολόγησης του Μνημονίου, μετατράπηκε εν μια νυκτί σε ληστρική επιδρομή από τα γεράκια της τρόικας και κατ’ επέκταση των Βρυξελλών, λεηλατώντας το βασικό πυλώνα της οικονομίας, το χρηματοπιστωτικό της σύστημα. Όσο θα περνάει ο καιρός, θα τη βιώνει με το χειρότερο τρόπο, καθώς έπεται απότομη απομόχλευση στην οικονομία της, που θα οδηγήσει φυσικά σε απότομη κοινωνική κάθοδο. Ακριβώς το ίδιο θα συνέβαινε και σε μία οικονομία με ισχυρή παραγωγική δομή, αν οι μεγάλες της τράπεζες κατέρρεαν.

Είναι αδιαμφισβήτητο πλέον ότι η κυπριακή κοινωνία βιώνει ξανά τις συνέπειες του ταξικού συσχετισμού παγκοσμίως και τη διαπάλη για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής. Η αρπαγή των ΑΟΖ και η εκμετάλλευση των εργαζομένων θα γίνει με τους όρους των μισθών πείνας που επιβάλλει η τρόικα. Η εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων θα οδηγήσουν την Κύπρο με μαθηματική ακρίβεια σε μεγαλύτερο δανεισμό και περισσότερα χρέη. Ο δε εθνικός πλούτος του λαού θα φυγαδεύεται στις μαύρες τρύπες των φορολογικών παραδείσων. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα είναι η Κύπρος ένας από αυτούς τους «παραδείσους». Και αυτό γιατί οι ΗΠΑ προκρίνουν την ηγεμονία της Γερμανίας στην ευρωπεριφέρεια αναθέτοντάς της την αποστολή της οικονομικής αποδυνάμωσης της Κύπρου για να προωθήσει τα συμφέροντα των μονοπωλίων της στον τομέα της ενέργειας.

Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του πρώην γ.γ. του ΝΑΤΟ και εκπρόσωπο της ΕΕ σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας, Χαβιέ Σολάνα που λίγο πολύ θεωρεί «άνθρωπο κλειδί τον Αναστασιάδη γιατί το 2004 υποστήριξε ένθερμα το Σχέδιο Ανάν» και που «τώρα στο τιμόνι της Κύπρου ίσως ξανανοίξει ο δρόμος για ένα νέο κύκλο διαλόγου και επίλυση της εδαφικής διένεξης που θα έβαζε την Κύπρο ακόμη περισσότερο εντός της ΕΕ και οι οικονομικές συνέπειες λόγω των ενεργειακών αποθεμάτων της θα εκτείνονταν σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο».

Το πολυκλαδικό – πολυεθνικό μονοπώλιο, ως βασικός υποκινητής των εξελίξεων στην ΝΑ Μεσόγειο, προτάσσει τη μεταφορά μέσω Τουρκίας των τεραστίων αποθεμάτων φυσικού αερίου στα ανοιχτά της Κύπρου γιατί αποτελεί την πιο οικονομική λύση. Όπως έκανε και στη περίπτωση της κατασκευής του διαδριατικού αγωγού φυσικού αερίου TAP, που η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει με πάθος. Μέχρι και στο σημείο να απειλήσει την κυβέρνηση Σαμαρά ότι αν δεν υπογράψει, θα κάνει τα στραβά μάτια σε περίπτωση που η Τουρκία αντιδράσει βίαια. Σκοπός φυσικά είναι απομονωθεί ενεργειακά από την περιοχή η Ρωσία.

Έτσι η Τουρκία αποκτά σιγά σιγά κυρίαρχη θέση στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, αφού ενεργειακά μετατρέπεται σε παίχτης – κλειδί για το δυτικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Παράλληλα, η στρατηγική συνεργασία Αθήνας – Λευκωσίας – Τελ Αβιβ αποδεικνύεται μια φούσκα. Εύθραυστη ήταν και η «πολυμερής» εξάρτηση της Κύπρου, όπως με έπαρση την χαρακτήριζε η προηγούμενη κυβέρνηση Χριστόφια. Ιδίως έως τώρα που η Ρωσία κρατάει διστακτική στάση.

Δεν υπάρχει ένα κράτος στη σύγχρονη ιστορία που να συμμάχησε με το Ισραήλ και να ευνοήθηκε. Αντιθέτως, όλα έπαιξαν το ρόλο του υπηρέτη, ενώ στο εσωτερικό τους πάντα επικράτησαν πολιτικές και οικονομικές ανισορροπίες. Έπρεπε να περιμένει τρία περίπου χρόνια η συγγνώμη του Νετανιάχου προς τον Ερντογάν για τη δολοφονία των Τούρκων πλοίο «Μαβί Μαρμαρά». Υποτίθεται ότι το Ισραήλ είναι στρατηγικός σύμμαχος της Κύπρου. Μέχρι και οι ΗΠΑ τότε την είχαν καταδικάσει και τώρα πιέζουν για την εξομάλυνση των σχέσεων των δύο συμμάχων τους. Κι όλα συνέβησαν την προηγούμενη εβδομάδα κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Ομπάμα στο Ισραήλ.

Την ίδια ώρα έχει απεμποληθεί η διαχρονική φιλική στάση προς τους αραβικούς λαούς στο όνομα της «στρατηγικής συμμαχίας» με το κράτος – στρατοκράτη, το Ισραήλ. Ο Λίβανος αρνείται να επικυρώσει διά του κοινοβουλίου του τη συμφωνία καθορισμού της ΑΟΖ που υπέγραψε με την Κύπρο το 2006, καθότι η ΑΟΖ Ισραήλ – Κύπρου καταπατάει κυριαρχικά δικαιώματα. Η Αίγυπτος μόλις πρόσφατα ανακοίνωσε ότι δεν αναγνωρίζει την κυπριακή ΑΟΖ, ενώ είναι διατεθειμένη να καθορίσει με την Τουρκία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το «οικονομικό θαύμα» της Κύπρου, που ξεκίνησε στα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 οφείλεται εν πολλοίς σε αραβικά κεφάλαια που εισέρρευσαν λόγω της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Όλες αυτές οι ραγδαίες εξελίξεις οδηγούν για την ώρα την Κύπρο στη διεθνή απομόνωση. Τόσο απομονωμένη δεν υπήρξε ούτε την εποχή του Μακαρίου. Με φόντο την κυπριακή χρεωκοπία είναι πιο ευάλωτη από ποτέ. Πέρα από την απότομη φτωχοποίηση του λαού, κινδυνεύει και η ίδια της η υπόσταση ως ανεξάρτητου κράτους.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ (01/04/2013)

Chipre – ¿La crisis de quién?

España-o-Italia

La crisis económica de Chipre estalló durante el segundo ciclo de recesión en Europa, en 2011, como resultado de las duras políticas de austeridad impuestas en 2010 en la Unión Europea. Es una nueva crisis, provocada por la fallida respuesta a la crisis europea original. Estas políticas eran (y aún son) la base de la divergencia entre el centro y la periferia de Europa, es decir, entre los países del núcleo del euro, con Alemania como economía dominante, y los países mediterráneos.

Los principales problemas de Chipre eran su inflado e insostenible sistema financiero, cuyos activos habían llegado a una cifra ocho veces mayor que el PIB del país, y el riesgo en que se encontraba dicho sistema financiero, enormemente expuesto a la deuda griega. Hay que señalar que los bonos griegos perdieron repentinamente su valor por las condiciones impuestas a Grecia por la Troika –el triunvirato de prestamistas a países de la eurozona, es decir, el Fondo Monetario Internacional (FMI), la Comisión Europea y el Banco Central Europeo– para desbloquear el segundo tramo del rescate en diciembre de 2012. La crisis de Chipre, al igual que la de Islandia, puede describirse como «importada».

El agujero negro de la banca chipriota

La crisis financiera de Chipre no se puede achacar al despilfarro público como en el caso de otros países periféricos, en especial Grecia. El sector bancario chipriota no creció de una forma tan temeraria a un tamaño tan insostenible para servir mejor a las necesidades sociales y económicas de los ciudadanos. A pesar de un déficit y una deuda pública relativamente modestos, Chipre se encuentra en crisis debido al rápido y desatinado crecimiento de su sector financiero, por el que ahora están pagando los chipriotas. Los términos del acuerdo revisado, a pesar de la atención que ha despertado la tasa impuesta a los grandes depósitos, sigue representando una catástrofe económica para el futuro inmediato de Chipre, donde se espera una recesión más extrema y rápida incluso que la que ha afectado a Grecia.

A menudo se dice que la mejor manera de robar un banco es comprarlo. En los últimos años el Banco Laiki y el Banco de Chipre prestaron cientos de millones a sus directivos y accionistas sin pedirles avales ni garantías. Un factor poco conocido pero importante en la crisis bancaria de Chipre fue la inversión y la exposición a los bonos griegos del mercado secundario, que se produjo cuando el modelo chipriota de negocio bancario comenzó a acusar la presión provocada por la reducción del flujo de inversión, causada a su vez por la crisis financiera europea. Los principales bancos chipriotas recurrieron a la deuda soberana griega como estrategia desesperada a la búsqueda de inversiones baratas y rentables, a pesar de los evidentes riesgos de la exposición a Grecia.

Concretamente, el Banco Laiki y el Banco de Chipre, las dos mayores instituciones bancarias de la isla, compraron bonos «tóxicos» griegos en los últimos años, con frecuencia a precios de saldo, mientras los demás bancos europeos intentaban deshacerse de la deuda cada vez más arriesgada de Grecia. En un claro ejemplo, se compraron al Deutsche Bank alemán bonos de deuda soberana griega con un descuento del 18% sobre su valor nominal actuando como intermediario el Banco de Chipre. El Deutsche Bank estaba tan desesperado por vender que había ofrecido una comisión del 5% a cualquier agente que consiguiera colocar esos bonos «tóxicos». Estas catastróficas inversiones, cuyas pérdidas se hicieron patentes cuando los bonos griegos fueron devaluados a la fuerza por el último acuerdo entre Grecia y la Troika, representaron un beneficio de 100 millones de euros para la correduría del Banco de Chipre. Las condiciones revisadas del rescate de Grecia acordados por la Troika en diciembre impusieron una esperada «quita» a los tenedores de deuda griega, forzando a los bancos chipriotas a aceptar grandes pérdidas. Esta fue la puntilla para los irresponsables titanes financieros de Chipre. Todo el mundo, tanto en el ámbito local como en el internacional, esperaba que se produjeran pérdidas en los bonos griegos, y aún así, el banco central de Chipre las menospreció. Cuando la quita se hizo inevitable, ambos bancos se desplomaron.

Una crisis anunciada

Los rumores generalizados sobre la tasa impuesta a los depósitos, que se han negado sistemáticamente estos últimos meses, se han demostrado ciertos. La razón para negarlos era, por supuesto, que Italia y España corren el riesgo de seguir el mismo patrón de crisis, y el mecanismo de apoyo europeo existente carece de medios para devolver una deuda potencial de semejante tamaño. Por eso se tomó la decisión de penalizar a los ahorradores chipriotas, sin importar lo pequeños que fueran sus depósitos.

Debería aplaudirse el rechazo del parlamento chipriota a esta «quita forzada» de los depósitos porque salvó a los pequeños ahorradores de Chipre y por supuesto, de otros países europeos, garantizando que se respeten los depósitos de hasta 100 000 €. Como era de esperar, tras el rechazo del parlamento los ministros de finanzas de la eurozona volvieron al principio básico de que la recapitalización de los bancos debe llevarse a cabo tomando una parte de los grandes depósitos, lo que no obstante conducirá a una total hecatombe en la economía chipriota. De nada vale que la reciente decisión de la Troika eluda la necesaria aprobación del parlamento chipriota porque se refiere a los depósitos sin asegurar.

A pesar de su complicidad con la Troika, el FMI ha sido muy elogiado por su cada vez más frecuente insistencia en la necesidad de un mayor realismo por parte de la eurozona, sobre todo en lo que concierne a la sostenibilidad del explosivo crecimiento de la deuda en los países rescatados. Lejos de esta imagen de institución pragmática, neutral y fiable, el FMI –junto con sus socios de la Troika– respaldó el absurdo acuerdo inicial que violaba la garantía europea que protege los depósitos de los pequeños ahorradores e incluso puso momentáneamente en riesgo la estabilidad de todo el sistema bancario europeo. Por el contrario, la única posición perceptible que tomó el FMI fue presionar para que se incluyeran en el presupuesto del estado los futuros beneficios de los depósitos de gas natural de la isla, consagrando estos recursos aún desconocidos a satisfacer la deuda chipriota. Por supuesto, el gobierno de Chipre sucumbió a estas presiones.

Endosar al pueblo chipriota un préstamo de 10 000 millones de euros de la Troika, equivalente a un 60% del PIB de Chipre anterior a la crisis, y expropiar 7 600 millones de euros de los fondos de pensiones es, desde luego, la solución más dolorosa para los ciudadanos. La única solución que puede garantizar su futuro es la quiebra sin paliativos de los fallidos bancos chipriotas y la incorporación a la política del país del modelo islandés, estableciendo un marco de control público y social para garantizar los depósitos de los trabajadores, no los de inversores y especuladores internacionales, cuyos intereses parecen tener un lugar primordial en las discusiones sobre el futuro de Chipre. La nacionalización de los beneficios del petróleo y el gas y su utilización para satisfacer las necesidades sociales podría ser una significativa medida de apoyo en esta difícil tarea.

Lo que está claro es que esta deuda se originó por las decisiones especulativas e interesadas de los «banksters» (banqueros sin escrúpulos). Esta es la razón por la que también es esencial cancelar el memorándum firmado con la Troika. Es imperativa la creación de un comité auditor destinado a cancelar la deuda nacional. La creación de este comité, que examinaría la fuente y legitimidad de toda la deuda pública es también una justa exigencia democrática del pueblo chipriota, que soporta el mayor peso de la crisis y reclama conocer sus verdaderas causas.

Petros Kosmas es un científico especial de la Universidad Tecnológica de Chipre, y miembro de la Iniciativa Chipriota para un Comité Auditor de la Deuda.

Fuente: Plataforma Auditoría Ciudadana de la Deuda

Cyprus – whose crisis?

Pushpin in map, Cyprus

The economic crisis in Cyprus erupted during the second cycle of the European recession of 2011 as a result of harsh austerity policies imposed since 2010 in Europe. It is a new crisis born out of a failed response to the original European crisis. These policies were (and still are) a basis for the divergence between Europe’s centre and periphery, meaning the countries of the core of the eurozone, with Germany being the dominant economy, and those of the southern Mediterranean.

Cyprus’s main problems were its inflated and unsustainable financial system, whose assets had reached eight times the GDP of the country, and the riskiness of the financial system that was exposed overwhelmingly to Greek bonds. It is worth noting that Greek bonds suddenly lost their value because of the lending terms imposed upon Greece by the Troika – the triumvirate of lenders to Eurozone countries including the IMF, European Commission and European Central Bank, in December 2012. The crisis in Cyprus, just as in the case of Iceland, can be characterised as ‘imported’.

Cyprus’s banking black hole

Cyprus’s financial crisis cannot be characterised as one of public profligacy as other periphery countries have been accused of, in particular Greece. Cyprus’s banking sector did not grow so recklessly and to an unsustainable size in order to best serve Cypriots’ social and economic needs. Despite relatively modest public debt and deficits, Cyprus is now in crisis due to the private financial sector’s rapid and ultimately unsustainable growth, for which Cypriot citizens are now paying. The terms of the revised agreement, despite the focus on levying a deposit tax only on large deposits, still represents an economic catastrophe in Cyprus’s near future, where a downturn more extreme and sudden than even that which has afflicted Greece is now expected.

It is often said that the best way to rob a bank is to buy one.   During the last few years, Laiki Bank and Bank of Cyprus lent billions to members of their boards and shareholders without receiving the required collateral and guarantees1. A little-understood but important contributing factor to the Cypriot banking crisis was the investment in and exposure to Greek bonds from the secondary market as Cyprus’s banking business model began to feel the strain of reduced investment flows, due to the European financial crisis unfolding around it. Cyprus’s major banks turned to Greek sovereign debts as a desperate strategy to find cheap but profitable investments, despite the obvious risks from exposure to Greece.

Laiki Bank and Bank of Cyprus, Cyprus’ two major banking institutions, in particular bought ‘toxic‘ Greek bonds in the last few years, often at a discounted value as other European banks sought to divest themselves of the increasingly risky debts of Greece. In one prominent example, Greek sovereign bonds were purchased at an 18 per cent discount to their nominal value through the brokerage of Bank of Cyprus, from Germany’s Deutsche Bank. Deutsche was so desperate to sell that it had even offered 5 per cent commission to any agents who succeeded in selling these ‘toxic’ bonds. This catastrophic investment, whose losses were realized once Greek bonds were forcibly devalued by Greece’s latest Troika deal, represented €100 million euros of revenue for Bank of Cyprus’ brokerage company. Greece’s revised bailout conditions that were agreed by the Troika in December imposed a widely expected ‘haircut’ on holders of Greek bonds, forcing the Cypriot banks to accept major losses. This was the death-knell for Cyprus’s irresponsible financial titans. The likely losses on Greek bonds were widely identified in advance both locally and internationally, yet the Cypriot central bank dismissed them. When the haircut was inevitably applied, both banks collapsed.

A crisis foretold

The widespread rumours, denied during the last few months, concerning the cutting off of deposits have now been vindicated. The reason for denial is of course that Italy and Spain risk following this crisis pattern and the existing European support mechanism lacks the required surplus to repay such a potentially massive debt.  Hence the decision was made to penalise all Cypriot deposits-holders, no matter how small the size of their deposit.

 The rejection of this «forced cutting off» of deposits by Cyprus’s parliament should be applauded because it saved small savers in Cyprus and of course in other European countries, ensuring guarantees for deposits up to €100.000 are respected. Of course after the rejection from parliament, the group of eurozone finance ministers returned to the basic principle that the recapitalisation of banks will be accomplished by wiping out a portion of larger deposits, which will nevertheless lead to thorough devastation of the Cypriot economy. It is worth noting that the recent decision of the Troika bypasses the need for approval by the Cypriot parliament because it relates to uninsured deposits.

Despite its complicity in the Troika, the IMF has been widely lauded as it has increasingly gone public with the need for greater realism in the eurozone, in particular about the sustainability of the explosive growth of debt in bailed-out countries. Far from this image of a pragmatic, neutral and credible institution, the IMF – along with its Troika partners – endorsed the nonsensical initial agreement that violated the Europe-wide guarantee protecting small savers’ deposits, and even momentarily risked the stability of the entire European banking system. Instead, the only discernible position the Fund took was to push for the future revenues from Cypriot natural gas deposits to be included into the state budget, dedicating these un-tapped resources as revenues to service Cypriot debt. Of course, the Cypriot government succumbed to those pressures.

To saddle the Cypriot people with a €10 billion loan from the Troika, equivalent to 60 per cent of Cyprus’s annual GDP prior to the crisis, and to expropriate €7.6 billion from the pension funds is of course the most painful solution for the Cypriot people. The only solution that can guarantee their future is the unhindered bankruptcy of the failed Cypriot banks and the incorporation into Cypriot policy of the Iceland model, by establishing a framework for public and social control in order to guarantee the deposits of working people, not international investors and speculators whose interests seem to be paramount in discussions of Cyprus’s future. The nationalisation of oil and gas revenues and their utilisation for social needs could be a significant supporting measure in this difficult endeavour.

It is crystal clear that this debt was created by the speculative and self-interested choices of the ‘banksters’. This is the reason why the cancellation of the memorandum signed with the Troika is also vital. The creation of an an Audit Committee aiming to cancel the repayment of the Cypriot debt is imperative. The creation of such a Commission to examine the source and legitimacy of all public debt is also a legitimate democratic demand of all of the ordinary people in Cyprus who are bearing the burden of the crisis and demand to know its true causes.

Bretton Woods Update No. 85

Να χρεοκοπήσουν οι τράπεζες και όχι οι λαοί!

Η Κύπρος σε Μνημόνιο

Το «Όχι» στο αναγκαστικό κούρεμα των καταθέσεων φυσικά πρέπει να χαιρετιστεί και να στηριχθεί ως δείγμα ανυπακοής και αντίστασης κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως κατά του σκληρού πυρήνα της ζώνης του ευρώ.

Από την άλλη όμως, δεν παύει να είναι σημάδι ταλάντευσης της κυπριακής αστικής τάξης, ανάμεσα στην ευθυγράμμιση με το μοντέλο ανάπτυξης που προτείνει η Γερμανία και η ΕΕ και στην υπεράσπιση του υφιστάμενου παρασιτικού μοντέλου, δηλαδή αυτού ενός φορολογικού παραδείσου και των τραπεζικών πλυντηρίων που εκφράζεται μέσω της συμπόρευσης με τη Ρωσία.

Ο κυπριακός λαός δεν έχει πια συμφέρον να αποδεχτεί ούτε το ένα μοντέλο ανάπτυξης, ούτε το άλλο. Ιδίως τώρα με τις νέες εξελίξεις. Όπως δεν έχει συμφέρον να αποδεχτεί ούτε τη μία, ούτε την άλλη μορφή εξωτερικού δανεισμού. Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, διαφορές που αφορούν στα αστικά συμφέροντα και πιο συγκεκριμένα στη διάσωση των χρεωκοπημένων τραπεζών και την εκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων.

Ο κυπριακός λαός και τα λαϊκά στρώματα δεν πρέπει να διαλέξουν, όπως η αστική τάξη, την ιμπεριαλιστική σημαία υπό την οποία θα τεθούν για να προστατέψουν και αυτά τα συμφέροντά τους. Η Κύπρος για τη Γερμανία, τη Ρωσία και τις χώρες της ΕΕ αποτελεί πεδίο ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με κοινό παρονομαστή την πολιτική και υλική απαξίωση της εργασίας και την εθνική υποτέλεια.

Και το ένα δάνειο και το άλλο θα επιφέρουν δεινά στον κυπριακό λαό. Θα του αφαιρέσουν τη δημόσιο εθνικό πλούτο που επί δεκαετίες ο ίδιος δημιούργησε. Θα του μειώσουν τους μισθούς και θα καταρρακώσουν το ασφαλιστικό σύστημα. Επιπλέον, θα ραπίσει την εθνική του ανεξαρτησία, για την οποία δεκαετίες παλεύει συρρικνώνοντας την ίδια του τη δημοκρατία.

Το να χρεωθεί ο κυπριακός λαός ένα δάνειο 10 δισ. από την τρόικα και να του υπεξαιρέσουν 6-7 δις από τα ασφαλιστικά του ταμεία φυσικά αποτελεί την πιο επώδυνη λύση γι’ αυτόν. Η μόνη λύση που μπορεί να τον διασφαλίσει μελλοντικά είναι η ανεμπόδιστη χρεωκοπία των τραπεζών. Σε πρώτο στάδιο να ενσωματώσει στη δική της πραγματικότητα ένα μοντέλο τύπου Ισλανδίας, με τη θέσπιση πλαισίου για το δημόσιο κοινωνικό έλεγχό τους. Αυτό όμως προϋποθέτει την έξοδο της Κύπρου από τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα πλήξει βάναυσα τα εργατολαϊκά στρώματα. Αρωγός σε αυτό το ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα είναι η εθνικοποίηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου με τα έσοδα να πηγαίνουν στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, (23/03/2013)

Κύπρος: Ο λαός επιλέγει τις αλυσίδες του

Ζητείται αριστερή αντιπολίτευση

Ζητείται αριστερή αντιπολίτευση

Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο δείχνουν ξεκάθαρα τη σημερινή επιβλητική νίκη στο δεύτερο γύρο ενός προσώπου που αντιπροσωπεύει τους πλέον αντιδραστικούς κύκλους, τόσο του ντόπιου όσο και του ξένου κεφαλαίου.

Πρόκειται για τον πρόεδρο του δεξιού ΔΗΣΥ Νίκο Αναστασιάδη, ο οποίος στον πρώτο γύρο απέσπασε το επιβλητικό ποσοστό του 45,46%, με την υποστήριξη όλου του ξένου παράγοντα που έχει επενδύσει πάνω του. Τα γερμανικά ΜΜΕ έγραφαν μεσοβδόμαδα ότι ο Αναστασιάδης έχει υποσχεθεί «ταχεία συμφωνία με την ΕΕ και το ΔΝΤ –το αργότερο μέχρι τα τέλη του Μαρτίου– για ένα πλήρες Μνημόνιο, με εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις». Ως κύριος εκφραστής της ακραίας νεοφιλελεύθερης διαχείρισης του καπιταλισμού στην Κύπρο, έχει αναλάβει και τις απαραίτητες δεσμεύσεις απέναντι στους ομοϊδεάτες του στη Δύση. Γι’ αυτό και θα υποστηρίξει και τις νέες προτάσεις δήθεν επίλυσης του Κυπριακού, που θα πέσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Άλλωστε, η πολιτική που ακολουθεί διαχρονικά ο ΔΗΣΥ και ο Αναστασιάδης στο θέμα του Κυπριακού είναι εντελώς αντιφατική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη θερμή του υποστήριξη στο Σχέδιο Ανάν. Με μόνη διαφορά ότι μία νέα πρόταση λύσης πλέον θα έχει φόντο το φυσικό αέριο της Κύπρου και την πελατεία των κυπριακών τραπεζών.

Ενδεικτική είναι η αναφορά των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς όπου συστήνεται «στους Ευρωπαίους να χρησιμοποιήσουν την οικονομική βοήθεια προς την Κύπρο ως μοχλό πίεσης επί της Λευκωσίας για πρόοδο στο διπλωματικό πεδίο αναφορικά με το Κυπριακό». Ως γνωστόν, ο ίδιος ο Αναστασιάδης και το επιτελείο του ήταν αυτό που πίεζε την υπαγωγή της Κύπρου σε καθεστώς Μνημονίου, προκειμένου φυσικά οι αιχμές του ιμπεριαλιστικού τόξου –που εκφράζονται μέσω του ΔΝΤ και της ΕΕ– να έχουν τον πρώτο λόγο στις εθνικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της Κύπρου και φυσικά στο τραπεζικό της σύστημα. Σίγουρα η εξάρτηση δεν θα είναι μονομερής, καθότι υπάρχουν και συμφέροντα του ρωσικού κεφαλαίου τόσο στην Κύπρο όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Γεγονός που περιπλέκει την κατάσταση είναι η πρόθεση του Ανασταστασιάδη και του ΔΗΣΥ να εντάξει την Κύπρο στο ΝΑΤΟ.

Δεύτερος τερμάτισε ο «κεντρώος» υποψήφιος του ΑΚΕΛ, Σταύρος Μαλάς, με ποσοστό 26,91%. Είχε διατελέσει υπουργός Υγείας στην κυβέρνηση Χριστόφια και ήταν αυτός που πέρασε και το πρώτο άτυπα «μνημονιακό νομοσχέδιο» στο χώρο της υγείας. Οπότε και η πολιτική που θα ακολουθούσε αν εκλεγόταν, θα ήταν συνέχεια της κυβέρνησης Χριστόφια. Ήδη η Κύπρος με την υπερψήφιση –και από όλους τους βουλευτές του ΑΚΕΛ– του μνημονιακού προϋπολογισμού διανύει άτυπα εποχή πρώτου Μνημονίου.

Στο τελευταίο συνέδριο του ΑΚΕΛ, η υποψηφιότητα Μαλά υποστηρίχθηκε με ποσοστό 92,3%. Τόσο δεν πήρε ούτε ο απερχόμενος πρόεδρος, Δ. Χριστόφιας. Στόχος ήταν η συγκρότηση πολιτικών συμμαχιών πέραν της εκλογικής βάσης του ΑΚΕΛ. Συμμαχιών στη λογική μιας αναβίωσης ενός ξεπερασμένου προοδευτικού μετώπου που να κάλυπτε το «μακαριακό» πολιτικό κέντρο, δηλαδή τη βάση του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ. Η μεταλλαγμένη αυτή σοσιαλδημοκρατική συνταγή ενάντια στην υποψηφιότητα του Αναστασιάδη δεν απέδωσε, αφού απέσπασε το 24,93% των ψήφων, όταν το ΑΚΕΛ είναι κόμμα που εκπροσωοπεί άνω του 30% του λαού. Με μια σκληρή αντιμνημονιακή γραμμή από τα αριστερά, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.

Μετά κόπων και βασάνων ο Μαλάς κατάφερε να ξεπεράσει τον Γιώργο Λιλλήκα, ο οποίος υποστηρίχθηκε μόνο από την ΕΔΕΚ του 10%, αποσπώντας το 24,93% των ψήφων. Αυτό σημαίνει ότι ο Λιλλήκας ψηφίστηκε κυρίως από μερίδα της βάσης του ΑΚΕΛ και του ΔΗΚΟ αλλά και της παραδοσιακής Δεξιάς. Το ΔΗΚΟ είναι όμως αυτό που βγαίνει διασπασμένο από την εκλογική αναμέτρηση, καθώς η ηγεσία του υποστήριξε τον Αναστασιάδη. Όπως έδειξαν όμως τα αποτελέσματα, μεγάλη μερίδα της βάσης του ψήφισε τον Λιλλήκα για τον λόγο ότι αυτός υιοθέτησε τη γραμμή του Τάσσου Παπαδόπουλου στο Κυπριακό αλλά και γιατί τάχθηκε με τη χαλαρή αντιμνημονιακή ρητορική του, ασχέτως αν ήταν σε επίπεδο τακτικισμού. Αυτό απορρόφησε και ψηφοφόρους του ΑΚΕΛ. Αξίζει να σημειωθεί το ΔΗΚΟ είναι το κόμμα των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτό το κομμάτι έχει ήδη πληγεί από τις μνημονιακές πολιτικές και γι’ αυτό στήριξε με ψήφο διαμαρτυρίας τον Λιλλήκα, απορρίπτοντας τον ακραίο νεοφιλελεύθερο δεξιό Αναστασιάδη και την υποταγμένη ηγεσία του ΔΗΚΟ. Για άλλη μια φορά η ιστορία έδειξε ότι οι διαφορές στο εθνικό ζήτημα μεταξύ ηγεσιών υπερνικούνται όταν τα ταξικά συμφέροντα είναι κοινά.

Συμπερασματικά, οι εκλογές έδειξαν τη διατήρηση της δυναμικής του κεντρώου χώρου, η οποία είναι αντανάκλαση της κοινωνικής ειρήνης και της εργασιακής συναίνεσης. Εξ ου και το 0,8% που απέσπασε ο εκπρόσωπος του νεοναζιστικού ΕΛΑΜ, παρόλο που «ψέλλιζε» μια μη αποδοχή του Μνημονίου, εν τη απουσία μιας ανατρεπτικής Αριστεράς της νέας εποχής που θα είναι ενάντια σε μνημόνια που φέρνουν φτώχεια και εξαθλίωση. Αλλά και για να μη στραφεί ένα σεβαστό μέρος του λαϊκού παράγοντα στη φασιστική Δεξιά. Υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα στην ιστορία του τόπου και διεθνώς.

(Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ, 24/02/2013)